ΟΧΙ στην κατάλυση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των φαρμακείων

2α Νοεμβρίου 2015 : Η σε ανύποπτο χρόνο γνωστοποίηση των επιχειρημάτων προς το Υπ. Υγείας. Απάντηση στον αντ/δρο του ΠΦΣ για τον «αδιάβαστο» Υπουργό Υγείας.  

Αυτές τις ημέρες καταφθάνουν, κατά πληροφορίες, στην Αθήνα οι νέοι εκπρόσωποι των θεσμών, οι οποίοι εκτός των άλλων, πάλι κατά πληροφορίες, θα επιδιώξουν την εν μέρει ή εν όλω κατάλυση του υπάρχοντος ιδιοκτησιακού καθεστώτος των ελληνικών φαρμακείων. Ως μία συμβολή στην αντίσταση των «αγορών» που πρεσβεύουν οι δανειστές, διαβάστε το παρακάτω άρθρο, που γράφτηκε σε ανύποπτο χρόνο.

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ υπέρ ενός IΔΙΟΚΤΗΣΙΑΚΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΙΩΝ με φαρμακείο ανοικτό στο κοινό

Toυ ΠΑΝΟΥ ΚΑΠΩΝΗ, Νομικού Συμβούλου της ΟΣΦΕ

Άρθρο της 28ης Σεπτεμβρίου 2011

26 Ιουλίου 2015 :  ? θΑ ΛΗΦΘΟΥΝ υπόψη οι Συνθήκες της Ε.Ε.?

9 Ιουνίου 2009, Βρυξέλλες : «Δεν μπορούμε να αφήσουμε τις δυνάμεις της αγοράς να λειτουργούν τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης …» είπε ο Godfrey Perera, Γενικός Γραμματέας, Ευρωπαϊκό Νοσοκομείο και Healthcare Εργοδοτικού Συνδέσμου (HOSPEEM). Εάν λοιπόν οι εργοδότες των νοσοκομείων (ιδιώτες επιχειρηματίες) αγωνίζονται να διατηρήσουν την ανεξαρτησία τους απέναντι στην Αγορά που θέλουν την εμπορευματοποίηση στα πάντα, τι να πουν οι φαρμακοποιοί που από πάνω τους περνάει η ευθύνη χορήγησης των φαρμάκων. Το θέμα δηλαδή άπτεται άμεσα της Δημόσια Υγείας.

Στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι να διασφαλίσει το υψηλότερο δυνατό επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας στο έδαφός της. Μέσα στα πλαίσια αυτής της πολιτικής δημόσιας υγείας της ΕΕ, εντάσσεται και η διασφάλιση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του φαρμακείου υπέρ των φαρμακοποιών.

Η συνηγορία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με τις αποφάσεις του (17 Μαΐου 2009) στην υπόθεση C-531/06 και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-171/07 & 172/07 [Επιτροπή κατά Ιταλίας & Apothekerkammer des Saarlandes κ.λπ.] παρέχει σοβαρά επιχειρήματα υπέρ της διατηρήσεως του ιδιοκτησιακού καθεστώτος στα χέρια των επιστημόνων φαρμακοποιών. Με τις αποφάσεις αυτές το Δικαστήριο, ναι μεν επισημαίνει τη γενική Αρχή ότι, η απαγόρευση που επιβάλλεται στους μη φαρμακοποιούς να διατηρούν και να εκμεταλλεύονται φαρμακείο ή να αποκτούν μερίδια συμμετοχής σε εταιρίες εκμεταλλεύσεως φαρμακείων συνιστά περιορισμό στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων, αλλά δέχεται ευθέως ότι, ο περιορισμός αυτός δύναται να δικαιολογηθεί από τον σκοπό που συνίσταται στην εγγύηση του ασφαλούς και με ποιοτικά εχέγγυα εφοδιασμού του πληθυσμού με φάρμακα, δηλαδή στην προστασία της δημόσιας υγείας από το Κράτος.

Οσάκις υφίστανται αμφιβολίες ως προς τη συνδρομή ή τη σημασία των κινδύνων για την υγεία των ατόμων, πρέπει το κράτος μέλος να μπορεί να λαμβάνει μέτρα προστασίας χωρίς να οφείλει να αναμένει να αποδειχθεί πλήρως το υπαρκτό των εν λόγω κινδύνων.

Επιπλέον, το κράτος μέλος μπορεί να λαμβάνει μέτρα τα οποία περιορίζουν, στο μέτρο του δυνατού, κινδύνους για τη δημόσια υγεία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, ειδικότερα, ενδεχόμενος κίνδυνος για τον ασφαλή και με ποιοτικά εχέγγυα εφοδιασμό του πληθυσμού με φάρμακα. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο υπογραμμίζει τον όλως ιδιάζοντα χαρακτήρα των φαρμάκων, στο μέτρο που οι θεραπευτικές ιδιότητες αυτών τα διαφοροποιούν ουσιαστικά από τα λοιπά προϊόντα.

Οι θεραπευτικές αυτές ιδιότητες έχουν ως αποτέλεσμα ότι, σε περίπτωση που τα φάρμακα λαμβάνονται χωρίς λόγο ή κατά τρόπο μη σύμφωνο με τις οδηγίες, ενδέχεται να προκαλέσουν σοβαρή βλάβη της υγείας, χωρίς ο ασθενής να είναι σε θέση να το αντιληφθεί κατά τη χορήγηση των φαρμάκων. Επιπλέον, η υπερβολική λήψη φαρμάκων ή η λήψη φαρμάκων κατά τρόπο μη σύμφωνο με τις οδηγίες συνεπάγεται σπατάλη οικονομικών πόρων, η οποία είναι ακόμη πιο επιζήμια αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο φαρμακευτικός τομέας συνεπάγεται σημαντικές δαπάνες και πρέπει να ανταποκρίνεται σε αυξανόμενες ανάγκες, ενώ οι διαθέσιμοι για την υγειονομική περίθαλψη οικονομικοί πόροι είναι πεπερασμένοι, ασχέτως του τρόπου χρηματοδοτήσεως. Λαμβανομένης υπόψη της ελευθερίας που αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη να αποφασίζουν για τον βαθμό προστασίας της δημόσιας υγείας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι τα κράτη μέλη μπορούν να απαιτούν η διανομή των φαρμάκων να γίνεται από φαρμακοποιούς που απολαύουν πραγματικής επαγγελματικής ανεξαρτησίας.

Στα παραπάνω πλαίσια της ευρωπαϊκής πολιτικής για τα φάρμακα και την προστασία της Δημόσιας Υγείας, υπερασπιστής των θέσεων διατήρησης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των ελληνικών φαρμακείων υπέρ των επιστημόνων φαρμακοποιών (και όχι μόνον των λεγόμενων αδειούχων), έρχεται το Ελληνικό Σύνταγμα με την αναθεώρηση του του 2001, που στο άρθρο 21 παρ. 3 ορίζει ότι το Κράτος μεριμνά για την Υγεία των πολιτών, δηλαδή για την Δημόσια Υγεία. Από το ανωτέρω σκεπτικό των αναφερθέντων αποφάσεων του ΔΕΚ, προκύπτει ότι η άλωση των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων των φαρμακοποιών από άλλες δυνάμεις της Αγοράς θα είναι αντίθετη προς την Δημόσια Υγεία, τότε το Κράτος νομοθετήσει κατά παράβαση αυτών των θέσεων, θα έλθει σε αντίθεση και με τον ελληνικό συνταγματικό κανόνα.

Εξ άλλου, δεν μπορεί η Ελλάδα να είναι η μόνη χώρα που θα ακολουθήσει το Αγγλοσαξονικό μοντέλο ως προς την ιδιοκτησία των φαρμακείων, το οποίο και απέτυχε. Οι χώρες της ΕΕ (εξαιρουμένων της Μ. Βρετανίας & Ιρλανδίας) έχουν καθεστώς υπέρ των φαρμακοποιών. Είναι χαρακτηριστικό του ότι, στο σύνολο των 440.000 φαρμακείων στην Ε.Ε. [στοιχεία PGEU του 2009], μόνον 6.000 βρίσκονται στην κυριότητα Ανωνύμων Εταιρειών (ιδιαίτερα στη Μ. Βρετανία). Επίσης άλλα 2.000 βρίσκονται υπό άτυπο διαχειριστικό έλεγχο μεγάλων χονδρεμπορικών εταιρειών ή διαφόρων χρηματοδοτών, γεγονός που συμβαίνει και στην Ελλάδα ανεπίσημα, κρυφά και παράνομα.

Η λιανική πώληση των φαρμάκων στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, είναι αυστηρά ρυθμιζόμενη, μέχρι σημείου να αγγίζει μονοπωλιακές καταστάσεις που η Ευρωπαϊκή Συνθήκη γενικώς τις καταδικάζει. Αυτό είναι βέβαια ένα αντεπιχείρημα για τους περιορισμούς στα φαρμακεία, όπου περιορισμοί εννοούνται οι παρεκκλίσεις από την ελεύθερη Αγορά. Όμως και αυτό κάμπτεται, αφού το ΔΕΚ (Μάιος 2005) σε σχετική περίπτωση [Apoteksdomen Σουηδίας] δέχθηκε ότι το άρθρο 31, παράγραφος 1, ΕΚ απαγορεύει ένα σύστημα το οποίο προβλέπει αποκλειστικό δικαίωμα λιανικής πωλήσεως με ένα συγκεντρωτικό καθεστώς, όπως το ρυθμιζόμενο κατά τρόπον αντίστοιχο με το σύστημα της δίκτυο πωλήσεων της Apoteket, εταιρείας η πλειονότητα των μετοχών της οποίας ανήκει στο σουηδικό Δημόσιο.

Εξ άλλου πρόσφατα (2010) η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσανατολίζεται να αποστείλει αυστηρές συστάσεις προς τις Αρχές της Μ. Βρετανίας αναφορικά με την απροθυμία τους να εναρμονίσουν το καθεστώς Αδειοδότησης των Φαρμακείων με το σκεπτικό των σχετικών με το θέμα αποφάσεων που έλαβε την 17-05-2009 το Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Οι λόγοι που οδήγησαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε μία τέτοια εξέλιξη, είναι η μονομερής παρέκκλιση της Μεγάλης Βρετανίας από το ρυθμιστικό καθεστώς της Φαρμακευτικής Αγοράς που ισχύει στο σύνολο σχεδόν των υπολοίπων χωρών της Ε.Ε. (όπου τα φαρμακεία υπόκεινται σε υγειονομικές ρυθμίσεις για λόγους Δημοσίου Συμφέροντος).

ΠΑΝΟΣ ΚΑΠΩΝΗΣ

Δικηγόρος παρ’ ΑρείωΠάγω

Νομικός Σύμβουλος ΟΣΦΕ

Από τη σχετική στήλη «Άρθρα-Μελέτες»