Ένας χαιρετισμός

Αγαπητές φίλες και φίλοι, είμαστε στην ευχάριστη θέση να σας γνωρίσουμε ότι, η νέα λειτουργία της ανανεωμένης ιστοσελίδας μας, θα βοηθήσει στην ευρύτερη γνώση των νομικών και νομοθετικών θεμάτων που απασχολούν τους φαρμακοποιούς και τα φαρμακεία, όπως και στο παρελθόν. Επειδή οι ημέρες είναι δύσκολες για όλους μας, μη εξαιρουμένων των επιχειρήσεων των φαρμακείων, ακόμα και στο νομοθετικό πεδίο, όπου υπάρχουν ανατροπές και ασάφειες, η γνώση είναι δύναμη και ασπίδα στις τωρινές δυσκολίες.
Με την εκτίμηση μου
Πάνος Καπώνης  
 

Νέα νομοθεσία για τη φαρμακοεπαγρύπνηση που τροποποιεί την υφιστάμενη νομοθεσία εγκρίθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) τον Δεκέμβριο του 2010. Η νομοθεσία έχει ως στόχο να σωθούν ζωές με την ενίσχυση του πανευρωπαϊκού συστήματος για την παρακολούθηση της ασφάλειας των φαρμάκων. Η νέα νομοθεσία η τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 726/2004 . Τα υπόλοιπα τμήματα που αφορούν παραποιημένα φάρμακα και την ενημέρωση των ασθενών δεν έχουν ακόμη εγκριθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.  Οδηγία 2010/84/EU του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2010 για την τροποποίηση, όσον αφορά τη φαρμακοεπαγρύπνηση, της οδηγίας 2001/83/ΕΚ περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση. (Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 348, 31/12/2010, σελ. 74 – 99).

Οδηγία 2010/84/EU του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 
της 15, Δεκεμβρίου 2010, για την τροποποίηση, όσον αφορά τη φαρμακοεπαγρύπνηση, της οδηγίας 2001/83/ΕΚ περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση (Κείμενο που ενδιαφέρει τον ΕΟΧ).

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114 και το άρθρο 168 (4) (γ),

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής [1],

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών [2],

Έχοντας υπόψη τη γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων [3],

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία [4],

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Η οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση [5] θεσπίζει εναρμονισμένους κανόνες για την έγκριση, την εποπτεία και τη φαρμακοεπαγρύπνηση των φαρμάκων που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση στο εσωτερικό της Ένωσης.

(2) κανόνες φαρμακοεπαγρύπνησης είναι απαραίτητοι για την προστασία της δημόσιας υγείας για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την αξιολόγηση ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων που διατίθενται στην αγορά της Ένωσης, αφού το πλήρες προφίλ ασφαλείας των φαρμακευτικών προϊόντων μπορεί μόνο να είναι γνωστό μετά have διάθεσή τους στην αγορά.

(3) Υπό το φως της εμπειρίας που αποκτήθηκε και μετά από αξιολόγηση από την Επιτροπή του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης της Ένωσης, έχει γίνει σαφές ότι είναι αναγκαίο να ληφθούν μέτρα για τη βελτίωση της λειτουργίας του δικαίου της Ένωσης σχετικά με την φαρμακοεπαγρύπνηση των φαρμάκων .

(4) Ενώ ο βασικός στόχος της ρύθμισης των φαρμακευτικών προϊόντων είναι η προστασία της δημόσιας υγείας, ο στόχος αυτός θα πρέπει ωστόσο να επιτευχθεί με μέσα που δεν εμποδίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία ασφαλών φαρμάκων εντός της Ένωσης.Πράγματι, έχει προκύψει από την αξιολόγηση του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης της Ένωσης ότι οι αποκλίνουσες ενέργειες των κρατών μελών σε σχέση με τα ζητήματα ασφάλειας που σχετίζονται με τα φαρμακευτικά προϊόντα που δημιουργούν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των φαρμάκων. Για την πρόληψη ή την εξάλειψη αυτών των εμποδίων τις ισχύουσες διατάξεις φαρμακοεπαγρύπνησης σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να ενισχυθούν και να εξορθολογιστούν.

(5) Για λόγους σαφήνειας, ο ορισμός του όρου «παρενέργεια» θα πρέπει να τροποποιηθεί για να εξασφαλιστεί ότι καλύπτει επιβλαβείς και ακούσιες ενέργειες που προκύπτουν όχι μόνο από την εγκεκριμένη χρήση του φαρμάκου στις κανονικές δόσεις, αλλά και από λανθασμένη φαρμακευτική αγωγή και χρησιμοποιεί εκτός των όρων της άδειας κυκλοφορίας, συμπεριλαμβανομένης της κακής χρήσης και κατάχρησης του φαρμάκου. Η υποψία μιας ανεπιθύμητης ενέργειας φαρμάκου, πράγμα που σημαίνει ότι υπάρχει τουλάχιστον μια εύλογη πιθανότητα να υπάρχει σχέση αιτίου-αιτιατού μεταξύ ενός φαρμακευτικού προϊόντος και μία ανεπιθύμητη ενέργεια, θα πρέπει να είναι επαρκής λόγος για την υποβολή εκθέσεων. Ως εκ τούτου, ο όρος «υπόνοια ανεπιθύμητη αντίδραση» θα πρέπει να χρησιμοποιούνται όταν γίνεται αναφορά στις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων. Με την επιφύλαξη των υφιστάμενων Ένωσης και των εθνικών διατάξεων και πρακτικών όσον αφορά το ιατρικό απόρρητο, τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν ότι η υποβολή εκθέσεων και την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με τις εικαζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με τη λανθασμένη φαρμακευτική αγωγή γίνεται σε εμπιστευτική βάση. Αυτό δεν πρέπει να επηρεάζει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών σχετικά με την αμοιβαία ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με θέματα φαρμακοεπαγρύπνησης ή την υποχρέωσή τους να θέτουν στη διάθεση του κοινού σημαντικές πληροφορίες για θέματα φαρμακοεπαγρύπνησης.Επιπλέον, η αρχή του απορρήτου δεν πρέπει να θίξει τις υποχρεώσεις των ενδιαφερόμενοι να παρέχουν πληροφορίες βάσει του ποινικού δικαίου.

(6) Η ρύπανση των υδάτων και του εδάφους με φαρμακευτικά κατάλοιπα αποτελεί μια αναδυόμενη περιβαλλοντικό πρόβλημα. Τα κράτη μέλη πρέπει να εξετάσουν μέτρα για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση του κινδύνου των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των εν λόγω φαρμακευτικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στη δημόσια υγεία. Η Επιτροπή θα πρέπει, με βάση, μεταξύ άλλων, για δεδομένα που λαμβάνει από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων, τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος και τα κράτη μέλη, συντάσσει έκθεση σχετικά με την κλίμακα του προβλήματος, μαζί με μια εκτίμηση για το αν τροποποιήσεις νομοθεσία της Ένωσης σχετικά με τα φαρμακευτικά προϊόντα ή άλλη σχετική νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι υποχρεωτικά.

(7) Ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας θα πρέπει να θεσπίσει σύστημα φαρμακοεπαγρύπνησης για να εξασφαλίσει την παρακολούθηση και επίβλεψη ενός ή περισσότερων από τα εγκεκριμένα φαρμακευτικά προϊόντα της, που καταγράφεται σε ένα σύστημα αρχείων master φαρμακοεπαγρύπνησης πρέπει να είναι μονίμως διαθέσιμα για επιθεώρηση. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εποπτεύει τα συστήματα φαρμακοεπαγρύπνησης. Οι αιτήσεις για άδειες κυκλοφορίας θα πρέπει να συνοδεύεται από μια σύντομη περιγραφή του αντίστοιχου συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης, το οποίο θα πρέπει να περιλαμβάνει μια αναφορά στην τοποθεσία όπου το φάκελο του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης για το εν λόγω φαρμακευτικό προϊόν διατηρείται και είναι διαθέσιμη για επιθεώρηση από τις αρμόδιες αρχές.

(8) Οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας θα πρέπει να σχέδιο μέτρων φαρμακοεπαγρύπνησης για κάθε επιμέρους φαρμακευτικού προϊόντος στο πλαίσιο ενός συστήματος διαχείρισης κινδύνου. Τα μέτρα θα πρέπει να είναι ανάλογος προς τους προσδιοριζόμενους κινδύνους, τους δυνητικούς κινδύνους, καθώς και την ανάγκη για πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με το φάρμακο. Θα πρέπει επίσης να εξασφαλιστεί ότι τα οποιαδήποτε βασικά μέτρα περιλαμβάνονται σε ένα σύστημα διαχείρισης των κινδύνων που γίνεται όροι της άδειας κυκλοφορίας.

(9) Είναι αναγκαίο, από την άποψη της δημόσιας υγείας να συμπληρώσει τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα κατά το χρόνο της άδειας με πρόσθετα δεδομένα για την ασφάλεια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η αποτελεσματικότητα των εγκεκριμένων φαρμάκων. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει συνεπώς να έχουν την εξουσία να επιβάλει στον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας την υποχρέωση να διεξάγουν μετεγκριτικές μελέτες για την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα. Θα πρέπει να είναι δυνατό να επιβάλει την υποχρέωση αυτή κατά το χρόνο χορήγησης της άδειας κυκλοφορίας ή αργότερα, και θα πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση της άδειας κυκλοφορίας. Οι μελέτες αυτές μπορεί να αποσκοπούν στη συλλογή δεδομένων για να καταστεί δυνατή η αξιολόγηση της ασφάλειας ή της αποτελεσματικότητας των φαρμάκων στην καθημερινή ιατρική πρακτική.

(10) Είναι σημαντικό να μην ένα εντατικό σύστημα φαρμακοεπαγρύπνησης που οδηγούν στην πρόωρη χορήγηση αδειών κυκλοφορίας. Ωστόσο, ορισμένα φάρμακα που έχουν εγκριθεί υπόκεινται σε πρόσθετο έλεγχο. Αυτό περιλαμβάνει όλα τα φάρμακα με νέα δραστική ουσία και τα βιολογικά φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων των biosimilars, τα οποία αποτελούν προτεραιότητες για τη φαρμακοεπαγρύπνηση. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να απαιτούν πρόσθετη παρακολούθηση για συγκεκριμένα φαρμακευτικά προϊόντα που υπόκεινται στην υποχρέωση να διενεργήσει μετεγκριτική μελέτη ασφάλειας ή για όρους ή περιορισμούς όσον αφορά την ασφαλή και αποτελεσματική χρήση του φαρμακευτικού προϊόντος. Φαρμακευτικά προϊόντα που υπόκεινται σε πρόσθετο έλεγχο θα πρέπει να αναγνωρίζονται ως τέτοια από ένα μαύρο σύμβολο και μια κατάλληλη τυποποιημένη επεξηγηματική πρόταση στην περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος και στο φύλλο οδηγιών. Διαθέσιμη στο κοινό κατάλογο των φαρμάκων που υπόκεινται σε πρόσθετο έλεγχο θα πρέπει να ενημερώνεται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων που ιδρύθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 726/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, για τη θέσπιση κοινοτικών διαδικασιών χορήγησης έγκρισης και εποπτείας των φαρμακευτικών προϊόντων για ανθρώπινη και κτηνιατρική χρήση και για τη σύσταση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων [6] (εφεξής ο «Οργανισμός»).

(11) Η Επιτροπή θα πρέπει, σε συνεργασία με τον Οργανισμό και τις αρμόδιες εθνικές αρχές και κατόπιν διαβουλεύσεων με οργανώσεις που εκπροσωπούν τους ασθενείς, τους καταναλωτές, τους γιατρούς και τους φαρμακοποιούς, κοινωνικής ασφάλισης υγείας και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση αξιολόγησης σχετικά με την αναγνωσιμότητα των περιλήψεων των χαρακτηριστικών του προϊόντος και το φύλλο οδηγιών και την αξία τους στους επαγγελματίες υγείας και το ευρύ κοινό. Μετά από ανάλυση των δεδομένων, η Επιτροπή θα πρέπει, κατά περίπτωση, υποβάλλονται προτάσεις για τη βελτίωση της διάταξης και του περιεχομένου των περιλήψεων των χαρακτηριστικών του προϊόντος και του φύλλου οδηγιών για να εξασφαλίσει ότι αντιπροσωπεύουν μια πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τους επαγγελματίες υγείας και το ευρύ κοινό αντίστοιχα.

(12) Η πείρα έχει δείξει ότι οι ευθύνες των κατόχων αδειών κυκλοφορίας όσον αφορά τη φαρμακοεπαγρύπνηση εγκεκριμένων φαρμάκων, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί. Ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας θα πρέπει να είναι υπεύθυνος για τη διαρκή παρακολούθηση της ασφάλειας των φαρμάκων της, για την ενημέρωση των αρχών για τυχόν αλλαγές που μπορεί να έχουν αντίκτυπο στην άδεια κυκλοφορίας, και για την εξασφάλιση ότι οι πληροφορίες για το προϊόν διατηρείται μέχρι σήμερα. Δεδομένου ότι τα φάρμακα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εκτός των όρων της άδειας κυκλοφορίας, τις ευθύνες του κατόχου της άδειας κυκλοφορίας θα πρέπει να περιλαμβάνουν την παροχή όλων των διαθέσιμων πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων των κλινικών δοκιμών ή άλλων μελετών, καθώς και την υποβολή εκθέσεων οποιαδήποτε χρήση του φαρμάκου, το οποίο είναι έξω από το όρων της άδειας κυκλοφορίας. Είναι επίσης σκόπιμο να εξασφαλιστεί ότι όλες οι σχετικές πληροφορίες που συλλέγονται σχετικά με την ασφάλεια του φαρμάκου λαμβάνονται υπόψη κατά τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας είναι να ανανεωθεί.

(13) Για να εξασφαλιστεί η στενή συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών στον τομέα της φαρμακοεπαγρύπνησης, η εντολή της ομάδας συντονισμού που έχει συσταθεί με το άρθρο 27 της οδηγίας 2001/83/ΕΚ πρέπει να διευρυνθεί για να συμπεριλάβει την εξέταση θεμάτων που σχετίζονται με τη φαρμακοεπαγρύπνηση όλων των φαρμάκων που έχουν εγκριθεί από τα κράτη μέλη. Για την εκπλήρωση των νέων καθηκόντων της, η ομάδα συντονισμού πρέπει να ενισχυθεί περαιτέρω μέσω της θέσπισης σαφών κανόνων όσον αφορά την τεχνογνωσία που απαιτείται, οι διαδικασίες για τη σύναψη συμφωνιών ή θέσεις, τη διαφάνεια, την ανεξαρτησία και το επαγγελματικό απόρρητο των μελών της, καθώς και την ανάγκη για συνεργασία μεταξύ της Ένωσης και εθνικών φορέων.

(14) Με σκοπό να εξασφαλιστεί το ίδιο επίπεδο επιστημονικής εμπειρογνωμοσύνης στον τομέα της φαρμακοεπαγρύπνησης λήψης αποφάσεων τόσο σε επίπεδο Ένωσης και σε εθνικό επίπεδο, η ομάδα συντονισμού πρέπει να βασίζεται στις συστάσεις της Επιτροπής Αξιολόγησης Κινδύνου Φαρμακοεπαγρύπνησης κατά την άσκηση των καθηκόντων φαρμακοεπαγρύπνησης.

(15) Για να αποφευχθεί η επικάλυψη των εργασιών, η ομάδα συντονισμού θα πρέπει να συμφωνήσουν σε μια ενιαία θέση για τις αξιολογήσεις φαρμακοεπαγρύπνησης όσον αφορά τα φάρμακα που εγκρίνονται σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη. Συμφωνία πλαίσιο της ομάδας συντονισμού πρέπει να αρκεί για τη λήψη μέτρων φαρμακοεπαγρύπνησης που πρέπει να εφαρμοστούν σε όλη την Ένωση. Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία εντός της ομάδας συντονισμού, η Επιτροπή πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδώσει απόφαση σχετικά με την αναγκαία ρυθμιστική δράση όσον αφορά την άδεια κυκλοφορίας, απευθύνεται στα κράτη μέλη.

(16) Ενιαία αξιολόγηση πρέπει επίσης να πραγματοποιείται στην περίπτωση θεμάτων φαρμακοεπαγρύπνησης που αφορούν τα φάρμακα που εγκρίνονται από τα κράτη μέλη και φάρμακα που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 726/2004. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η Επιτροπή πρέπει να θεσπίσει εναρμονισμένα μέτρα για όλα τα φαρμακευτικά προϊόντα με βάση την αξιολόγηση σε επίπεδο Ένωσης.

(17) Τα κράτη μέλη πρέπει να χρησιμοποιούν σύστημα φαρμακοεπαγρύπνησης για τη συλλογή πληροφοριών που είναι χρήσιμες για την παρακολούθηση των φαρμακευτικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών σχετικά με τις εικαζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που προκύπτουν από τη χρήση του φαρμάκου κατά τους όρους της άδειας κυκλοφορίας, καθώς και από τη χρήση έξω από την όρων της άδειας κυκλοφορίας, συμπεριλαμβανομένης της υπερδοσολογία, εσφαλμένη χρήση, κατάχρηση και η λανθασμένη φαρμακευτική αγωγή, και ύποπτων ανεπιθύμητων ενεργειών που σχετίζονται με την επαγγελματική έκθεση. Τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίζουν την ποιότητα του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης, μέσω της παρακολούθησης των περιπτώσεων ύποπτων ανεπιθύμητων ενεργειών. Για τα καθήκοντα αυτά, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσει ένα μόνιμο σύστημα φαρμακοεπαγρύπνησης, που υποστηρίζεται από τις κατάλληλες γνώσεις, έτσι ώστε οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την παρούσα οδηγία μπορούν να εκπληρωθούν πλήρως.

(18) Προκειμένου να αυξηθεί περαιτέρω ο συντονισμός των πόρων μεταξύ των κρατών μελών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να αναθέσουν ορισμένα καθήκοντα φαρμακοεπαγρύπνησης σε άλλο κράτος μέλος.

(19) Για να απλουστευθεί η αναφορά των ύποπτων ανεπιθύμητων ενεργειών, οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας και τα κράτη μέλη πρέπει να αναφέρουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες μόνο στην βάση δεδομένων φαρμακοεπαγρύπνησης της Ένωσης και δίκτυο επεξεργασίας δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 57 (1) (δ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004 (η «βάση δεδομένων Eudravigilance»). Η βάση δεδομένων Eudravigilance θα πρέπει να είναι εξοπλισμένες να διαβιβάσει αμέσως τις εκθέσεις σχετικά με τις εικαζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που ελήφθησαν από τους κατόχους άδειας κυκλοφορίας προς τα κράτη μέλη στην επικράτεια του οποίου σημειώθηκε η παρενέργεια.

(20) Προκειμένου να αυξηθεί το επίπεδο διαφάνειας των διαδικασιών φαρμακοεπαγρύπνησης, τα κράτη μέλη πρέπει να δημιουργήσουν και να διατηρήσουν τα φάρμακα δικτυακές πύλες. Για τον ίδιο σκοπό, οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας θα πρέπει να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές με την προηγούμενη ή ταυτόχρονη προειδοποιήσεις σχετικά με ανακοινώσεις για την ασφάλεια και τις αρμόδιες αρχές θα πρέπει επίσης να παρέχουν ο ένας τον άλλον με προειδοποίηση των αναγγελιών ασφάλειας.

(21) Ένωση τους κανόνες σε σχέση με την φαρμακοεπαγρύπνηση πρέπει να εξακολουθήσουν να επικαλούνται τον κρίσιμο ρόλο των επαγγελματιών υγείας στην παρακολούθηση της ασφάλειας των φαρμακευτικών προϊόντων, και θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι οι ασθενείς είναι επίσης σε θέση να αναφέρουν τις εικαζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες των φαρμάκων. Συνεπώς, είναι σκόπιμο να διευκολυνθεί η αναφορά των ύποπτων ανεπιθύμητων ενεργειών των φαρμάκων τόσο από τους επαγγελματίες υγείας και οι ασθενείς, και να κάνει τις μεθόδους για την εν λόγω αναφορά στη διάθεσή τους.

(22) Ως αποτέλεσμα της υποβολής όλων των ύποπτων ανεπιθύμητων δεδομένων ενέργειες απευθείας στη βάση δεδομένων Eudravigilance, είναι σκόπιμο να τροποποιηθεί το πεδίο εφαρμογής των περιοδικών επικαιροποιημένων εκθέσεων για την ασφάλεια, έτσι ώστε μάλλον να παρουσιάζουν ανάλυση του ισοζυγίου κινδύνου-οφέλους ενός φαρμάκου και όχι από μια λεπτομερή κατάλογο των επιμέρους περιπτωσιολογικών εκθέσεων που έχουν ήδη υποβληθεί στη βάση δεδομένων Eudravigilance.

(23) Οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται όσον αφορά τις περιοδικές επικαιροποιημένες εκθέσεις για την ασφάλεια θα πρέπει να είναι ανάλογες με τους κινδύνους που ενέχουν τα φαρμακευτικά προϊόντα. Υποβολή περιοδικών επικαιροποιημένων εκθέσεων ασφαλείας θα πρέπει να συνδέεται με το σύστημα διαχείρισης του κινδύνου για εγκεκριμένα φάρμακα και η υποβολή εκθέσεων ρουτίνας δεν πρέπει να απαιτείται για τα γενόσημα φάρμακα, για τα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν δραστική ουσία για την οποία η καθιερωμένη ιατρική χρήση έχει αποδειχθεί, για τα ομοιοπαθητικά φαρμακευτικών προϊόντων ή για την παραδοσιακή χρήση εγγεγραμμένων φυτικά φαρμακευτικά προϊόντα. Ωστόσο, προς το συμφέρον της δημόσιας υγείας, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να απαιτούν περιοδικές επικαιροποιημένες αναφορές ασφάλειας για τα φάρμακα αυτά όταν δημιουργούνται ανησυχίες σχετικά με τη φαρμακοεπαγρύπνηση δεδομένων ή ως αποτέλεσμα την έλλειψη διαθέσιμων δεδομένων ασφαλείας, όταν η χρήση της συγκεκριμένης δραστικής ουσίας είναι συγκεντρωμένη σε φαρμακευτικά προϊόντα για τα οποία περιοδική υποβολή εκθέσεων, την ασφάλεια των φαρμάκων δεν είναι συνήθως απαιτούνται.

(24) Είναι ανάγκη να ενταθεί η κοινοχρησία πόρων μεταξύ των αρμόδιων αρχών για την αξιολόγηση των περιοδικών επικαιροποιημένων εκθέσεων για την ασφάλεια. Μία και μόνη αξιολόγηση των επικαιροποιημένων περιοδικών εκθέσεων για την ασφάλεια των φαρμάκων που έχουν εγκριθεί σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέπονται. Επιπλέον, πρέπει να θεσπιστούν διαδικασίες για να ρυθμίσετε μόνο τη συχνότητα και ημερομηνίες υποβολής των επικαιροποιημένων περιοδικών εκθέσεων για την ασφάλεια για όλα τα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν την ίδια δραστική ουσία ή του ίδιου συνδυασμού των δραστικών ουσιών.

(25) Ακολουθώντας ενιαία αξιολόγηση των περιοδικών επικαιροποιημένων εκθέσεων για την ασφάλεια, οποιαδήποτε προκύπτοντα μέτρα όσον αφορά τη διατήρηση, την τροποποίηση, αναστολή ή ανάκληση των οικείων αδειών κυκλοφορίας θα πρέπει να εγκριθούν μέσω της διαδικασίας της Ένωσης οδηγεί σε εναρμονισμένο αποτέλεσμα.

(26) Τα κράτη μέλη πρέπει να υποβάλλουν αυτομάτως ορισμένα θέματα ασφάλειας που σχετίζονται με τα φάρμακα στον Οργανισμό, κινητοποιώντας έτσι ολόκληρη την Ένωση αξιολόγηση του προβλήματος. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να θεσπιστούν κανόνες για τη διαδικασία αξιολόγησης από την Επιτροπή Αξιολόγησης Κινδύνων της φαρμακοεπαγρύπνησης, καθώς και για τη μετέπειτα παρακολούθηση όσον αφορά τις άδειες κυκλοφορίας που ασχολούνται με σκοπό την έκδοση εναρμονισμένων μέτρων σε ολόκληρη την Ένωση.

(27) Σε σχέση με την αποσαφήνιση και ενίσχυση των διατάξεων που σχετίζονται με τις δραστηριότητες φαρμακοεπαγρύπνησης στην οδηγία 2001/83/ΕΚ, είναι επίσης σκόπιμο να διευκρινίσει περαιτέρω τις διαδικασίες για όλες σε όλη την Ένωση μετά τη χορήγηση άδειας αξιολόγηση των θεμάτων ασφάλειας σχετικά με φάρμακα. Για το σκοπό αυτό, ο αριθμός των διαδικασιών σε ολόκληρη την Ένωση αξιολόγησης θα πρέπει να περιορίζεται σε δύο, ένα από τα οποία επιτρέπει την ταχεία αξιολόγηση και θα πρέπει να εφαρμόζεται όταν η ανάληψη επείγουσας δράσης θεωρείται απαραίτητη. Ανεξάρτητα από το αν η διαδικασία του κατεπείγοντος ή της κανονικής διαδικασίας εφαρμόζεται, και αν το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί με την κεντρική ή μη κεντρική διαδικασία, η Κινδύνου Φαρμακοεπαγρύπνησης Επιτροπή Αξιολόγησης πρέπει να δίνει πάντα τη σύστασή της, όταν ο λόγος για την ανάληψη δράσης βασίζεται σε δεδομένα φαρμακοεπαγρύπνησης . Είναι σκόπιμο η ομάδα συντονισμού και την Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση θα πρέπει να στηρίζονται σε αυτή τη σύσταση κατά την εκτέλεση αξιολόγησή τους για το θέμα.

(28) Είναι αναγκαίο να θεσπιστούν εναρμονισμένες κατευθυντήριες αρχές για την, και της κανονιστικής εποπτείας της, μετά την έγκριση μελετών ασφάλειας που ζητούνται από τις αρμόδιες αρχές και ότι είναι μη επεμβατική, που ξεκίνησε, διαχειρίζεται ή χρηματοδοτεί ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας, και που αφορούν τη συλλογή στοιχείων από ασθενείς ή επαγγελματίες του τομέα υγείας και ότι ως εκ τούτου δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/20/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Απριλίου 2001, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των τα κράτη μέλη σχετικά με την εφαρμογή ορθής κλινικής πρακτικής κατά τις κλινικές δοκιμές φαρμάκων για ανθρώπινη χρήση [7]. Η εποπτεία των εν λόγω μελετών θα πρέπει να αποτελεί ευθύνη της Επιτροπής Αξιολόγησης Κινδύνου Φαρμακοεπαγρύπνησης. Μελέτες ζήτησε μετά την άδεια κυκλοφορίας ενός φαρμάκου από μόνη αρμόδια αρχή να διεξαχθεί σε ένα μόνο κράτος μέλος θα πρέπει να εποπτεύεται από την εθνική αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο η μελέτη πρόκειται να διεξαχθεί. Θα πρέπει επίσης να προβλεφθεί η συνέχεια που δόθηκε, κατά περίπτωση, όσον αφορά τις άδειες κυκλοφορίας που ασχολούνται με σκοπό την έκδοση εναρμονισμένων μέτρων σε ολόκληρη την Ένωση.

(29) Για να επιβάλουν τις διατάξεις σχετικά με τη φαρμακοεπαγρύπνηση, τα κράτη μέλη πρέπει να εξασφαλίσουν την εφαρμογή αποτελεσματικών, αναλογικών και αποτρεπτικών κυρώσεων στους κατόχους αδειών κυκλοφορίας για μη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις φαρμακοεπαγρύπνησης. Εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που περιλαμβάνονται στην άδεια κυκλοφορίας να καλυφθούν εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να έχει την εξουσία να επανεξετάσει την άδεια κυκλοφορίας.

(30) Προκειμένου να προστατευθεί η δημόσια υγεία, τις δραστηριότητες φαρμακοεπαγρύπνησης των αρμόδιων εθνικών αρχών θα πρέπει να χρηματοδοτείται επαρκώς. Πρέπει να εξασφαλιστεί ότι η επαρκής χρηματοδότηση είναι δυνατόν για τις δραστηριότητες φαρμακοεπαγρύπνησης, ενδυναμώνοντας τις εθνικές αρμόδιες αρχές να επιβάλλουν τέλη για τους κατόχους άδειας κυκλοφορίας. Ωστόσο, η διαχείριση των ποσών αυτών που εισπράττονται θα πρέπει να είναι υπό τον μόνιμο έλεγχο των εθνικών αρμόδιων αρχών, ώστε να εξασφαλίζεται η ανεξαρτησία τους κατά την εκτέλεση των εν λόγω δραστηριοτήτων φαρμακοεπαγρύπνησης.

(31) Πρέπει να είναι δυνατή για τα κράτη μέλη να επιτρέψουν τους σχετικούς φορείς, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να παρεκκλίνουν από ορισμένες διατάξεις της οδηγίας 2001/83/ΕΚ σχετικά με τις απαιτήσεις για την επισήμανση και τη συσκευασία για την αντιμετώπιση σοβαρών προβλημάτων διαθεσιμότητας που σχετίζονται με την δυνητική έλλειψη εγκεκριμένων φαρμάκων ή των φαρμάκων που διατίθενται στην αγορά ή ελλείψεών τους.

(32) Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, ήτοι η βελτίωση της ασφάλειας των φαρμακευτικών προϊόντων που διατίθενται στην αγορά της Ένωσης με εναρμονισμένο τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορούν, λόγω της κλίμακας των μέτρων, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ). Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(33) Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται με την επιφύλαξη της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών [ 8] και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και οργανισμούς της Κοινότητας και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών [9]. Για την ανίχνευση, την αξιολόγηση, την κατανόηση και αποτροπή ανεπιθύμητων ενεργειών, και να καθορίσουν και να αναλάβουν δράσεις για τη μείωση των κινδύνων του, και να αυξήσουν τα οφέλη από, φαρμακευτικά προϊόντα, με σκοπό τη διαφύλαξη της δημόσιας υγείας, πρέπει να είναι δυνατή η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο το σύστημα Eudravigilance τηρώντας τη νομοθεσία της Ένωσης σχετικά με την προστασία των δεδομένων. Ο σκοπός της προστασίας της δημόσιας υγείας αποτελεί σημαντικό δημόσιο συμφέρον και, κατά συνέπεια, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να δικαιολογηθεί εάν είναι αναγνωρίσιμα στοιχεία για την υγεία σε επεξεργασία μόνο όταν είναι απαραίτητο και μόνο όταν τα εμπλεκόμενα μέρη αξιολογούν την ανάγκη αυτή, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας φαρμακοεπαγρύπνησης.

(34) Οι διατάξεις για την παρακολούθηση των φαρμακευτικών προϊόντων στην οδηγία 2001/83/ΕΚ συνιστούν ειδικές διατάξεις κατά την έννοια του άρθρου 15 (2) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008 για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων [10].

(35) Οι δραστηριότητες φαρμακοεπαγρύπνησης που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία απαιτεί ενιαίες προϋποθέσεις να δημιουργηθεί όσον αφορά το περιεχόμενο και τη συντήρηση του μόνιμου φακέλου του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης, καθώς και τις ελάχιστες απαιτήσεις για το σύστημα ποιότητας για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων φαρμακοεπαγρύπνησης από την αρμόδια εθνική αρχές και τους κατόχους αδειών κυκλοφορίας, με τη χρήση διεθνώς συμφωνημένων ορολογίας, μορφοτύπων και προτύπων για την άσκηση των δραστηριοτήτων φαρμακοεπαγρύπνησης, καθώς και τις ελάχιστες απαιτήσεις για την παρακολούθηση των δεδομένων που περιέχονται στη βάση δεδομένων Eudravigilance, ώστε να προσδιοριστεί κατά πόσον υπάρχουν νέοι κίνδυνοι ή αν οι κίνδυνοι έχουν αλλάξει . Η μορφή και το περιεχόμενο της ηλεκτρονικής διαβίβασης των ύποπτων ανεπιθύμητων ενεργειών από τα κράτη μέλη και κατόχους αδειών κυκλοφορίας, τη μορφή και το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών επικαιροποιημένων περιοδικών εκθέσεων για την ασφάλεια και τη διαχείριση των κινδύνων πλημμύρας καθώς και το μορφότυπο των πρωτοκόλλων, των περιλήψεων και των τελικών εκθέσεων σχετικά με τη θέση μελέτες ασφάλειας θα πρέπει επίσης να καθιερωθεί. Σύμφωνα με το άρθρο 291 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), τους κανόνες και τις γενικές αρχές σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της ασκήσεως από την Επιτροπή των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που πρέπει να καθορίζονται εκ των προτέρων από τον κανονισμό που εκδίδεται σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία. Εν αναμονή της έγκρισης του νέου κανονισμού, την απόφαση 1999/468/ΕΚ, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή [11] εξακολουθεί να ισχύει, με την εξαίρεση της κανονιστικής διαδικασίας με έλεγχο, το οποίο δεν ισχύει.

(36) Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εγκρίνει κατ “εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ, προκειμένου να συμπληρωθούν οι διατάξεις των άρθρων 21α και 22α της οδηγίας 2001/83/ΕΚ. Η Επιτροπή πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να θεσπίζει συμπληρωματικά μέτρα για τον καθορισμό των καταστάσεων στις οποίες μετά τη χορήγηση άδειας μελέτες για την αποτελεσματικότητα μπορεί να απαιτηθεί. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι η Επιτροπή προβαίνει στις δέουσες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων.

(37) Σύμφωνα με το σημείο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας [12], τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να καταρτίζουν, προς ιδία χρήση και προς όφελος της Ένωσης, τους δικούς τους πίνακες οι οποίοι αποτυπώνουν, στο μέτρο του δυνατού, η αντιστοιχία μεταξύ της παρούσας οδηγίας και των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, και να τους δημοσιοποιούν.

(38) Η οδηγία 2001/83/ΕΚ πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις στην οδηγία 2001/83/ΕΚ

Η οδηγία 2001/83/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1. Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

(Α) το σημείο 11 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«11. Παρενέργεια: μία απάντηση σε ένα φαρμακευτικό προϊόν το οποίο είναι επιβλαβής και ανεπιθύμητη.»?

(Β) το σημείο 14 διαγράφεται?

(Γ) το σημείο 15 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«15 μετά την έγκριση ασφάλειας μελέτη:. Οποιαδήποτε μελέτη σχετικά με ένα εγκεκριμένο φάρμακο, που διεξάγεται με σκοπό τον εντοπισμό, χαρακτηρισμό ή την ποσοτικοποίηση ενός κινδύνου ασφάλειας, την επιβεβαίωση του προφίλ ασφάλειας του φαρμάκου ή τη μέτρηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων διαχείρισης του κινδύνου. «?

(Δ) προστίθενται τα ακόλουθα σημεία:

. «28β σύστημα διαχείρισης κινδύνου: περιλαμβάνει ένα σύνολο δραστηριοτήτων φαρμακοεπαγρύπνησης και παρεμβάσεων που αποσκοπούν στον εντοπισμό, τον χαρακτηρισμό, την πρόληψη ή την ελαχιστοποίηση των κινδύνων που σχετίζονται με ένα φάρμακο, καθώς και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας αυτών των δραστηριοτήτων και παρεμβάσεων.

28γ. Σχεδίου διαχείρισης των κινδύνων: μια λεπτομερή περιγραφή του συστήματος διαχείρισης κινδύνων.

28δ. Σύστημα φαρμακοεπαγρύπνησης: ένα σύστημα που χρησιμοποιείται από τον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας και από τα κράτη μέλη για την εκπλήρωση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων που απαριθμούνται στον τίτλο IX και έχουν σχεδιαστεί για την παρακολούθηση της ασφάλειας των εγκεκριμένων φαρμάκων και να εντοπίζει οποιαδήποτε αλλαγή του ισοζυγίου κινδύνου-οφέλους τους.

28ε. Φαρμακοεπαγρύπνησης φακέλου του συστήματος: Μια αναλυτική περιγραφή του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης που χρησιμοποιείται από τον κάτοχο άδειας κυκλοφορίας σε σχέση με ένα ή περισσότερα εγκεκριμένα φάρμακα «..

2. Το άρθρο 8 (3) τροποποιείται ως εξής:

(Α) σημείο (ια) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«(Ια) Περίληψη του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης του αιτούντος ο οποίος περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία:

– Απόδειξη ότι ο αιτών έχει στη διάθεσή του ένα ειδικευμένο πρόσωπο, υπεύθυνο για θέματα φαρμακοεπαγρύπνησης,

– Τα κράτη μέλη στα οποία το ειδικευμένο πρόσωπο που κατοικεί και πραγματοποιεί καθήκοντά του / της,

– Τα στοιχεία επικοινωνίας του ειδικευμένου προσώπου,

– Δήλωση υπογεγραμμένη από τον αιτούντα σύμφωνα με την οποία ο αιτών διαθέτει τα απαραίτητα μέσα για την εκπλήρωση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων που απαριθμούνται στον τίτλο IX,

– Αναφορά στην τοποθεσία όπου το φάκελο του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης για το φάρμακο παραμένει «,.

(Β) το ακόλουθο στοιχείο μετά το στοιχείο (θα):

«(IAA) του Σχεδίου Διαχείρισης Κινδύνου που περιγράφει το σύστημα διαχείρισης κινδύνων που θα εισάγει ο αιτών για το συγκεκριμένο φάρμακο, μαζί με περίληψη της εν λόγω απόφασης.»?

(Γ) Το στοιχείο (ιβ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«(Ιβ) Αντίγραφα των ακόλουθων:

– Κάθε άδειας, τα οποία λαμβάνονται σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, για να κυκλοφορήσει το φάρμακο στην αγορά, μια περίληψη των δεδομένων ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που περιέχονται στις περιοδικές επικαιροποιημένες εκθέσεις για την ασφάλεια, εφόσον υπάρχουν, και υπάρχουν υποψίες αναφορές ανεπιθύμητων ενεργειών, μαζί με κατάλογο των κρατών μελών στα οποία έχει υποβληθεί αίτηση για άδεια υποβληθείσα σύμφωνα με την παρούσα οδηγία είναι υπό εξέταση?

– Η περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος που προτείνεται από τον αιτούντα σύμφωνα με το άρθρο 11 ή που εγκρίθηκε από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους σύμφωνα με το άρθρο 21 και το φύλλο οδηγιών που προτείνεται σύμφωνα με το άρθρο 59 ή που εγκρίθηκε από τις αρμόδιες αρχές των κρατών κράτος σύμφωνα με το άρθρο 61?

– Λεπτομέρειες για οποιαδήποτε απόφαση να αρνηθούν τη χορήγηση άδειας, είτε στην Ένωση ή σε τρίτη χώρα, και τους λόγους για μια τέτοια απόφαση «,.

(Δ) σημείο (ιδ) διαγράφεται?

(Ε) προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια μετά το δεύτερο εδάφιο:

«Το σύστημα διαχείρισης κινδύνου που αναφέρεται στο σημείο (IAA) του πρώτου εδαφίου πρέπει να είναι ανάλογος προς τους προσδιοριζόμενους κινδύνους και τους πιθανούς κινδύνους του φαρμακευτικού προϊόντος, καθώς και την ανάγκη για μετά τη χορήγηση άδειας δεδομένα για την ασφάλεια.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο πρέπει να επικαιροποιούνται όπου και όταν χρειάζεται. «.

3. Στο άρθρο 11 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Για τα φάρμακα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004, η περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος πρέπει να περιλαμβάνει τη δήλωση:» Το φάρμακο αυτό υπόκειται σε πρόσθετη παρακολούθηση «Αυτή η δήλωση, πρέπει να προηγείται. το μαύρο σύμβολο που αναφέρεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004 και που ακολουθείται από μια κατάλληλη τυποποιημένη επεξηγηματική πρόταση.

Για όλα τα φαρμακευτικά προϊόντα, ένα τυπικό κείμενο πρέπει να περιλαμβάνεται ρητά ζητώντας από τους επαγγελματίες υγείας να αναφέρουν οποιεσδήποτε ύποπτες ανεπιθύμητες αντιδράσεις σύμφωνα με το εθνικό σύστημα αυθόρμητων αναφορών που αναφέρεται στο άρθρο 107α (1). Διαφορετικοί τρόποι της αναφοράς, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρονικής υποβολής εκθέσεων, πρέπει να είναι διαθέσιμα, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 107Α (1). «.

4. Το άρθρο 16ζ (1) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Άρθρο 3 (1) και (2), το άρθρο 4 (4), το άρθρο 6 (1), το άρθρο 12, το άρθρο 17 (1), άρθρα 19, 20, 23, 24, 25, 40 έως 52, 70 έως 85, 101 έως 108β, το άρθρο 111 (1) και (3), τα άρθρα 112, 116, 117, 118, 122, 123, 125, το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 126, και το άρθρο 127 της παρούσας οδηγίας, καθώς και την οδηγία 2003/94/ΕΚ της 8ης Οκτωβρίου 2003, για τον καθορισμό των αρχών και των κατευθυντήριων γραμμών ορθής παρασκευαστικής πρακτικής όσον αφορά τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση και για τα δοκιμαζόμενα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση [] εφαρμόζονται, κατ “αναλογία, για την καταχώριση παραδοσιακής χρήσης δυνάμει του παρόντος Κεφάλαιο.

5. Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

(Α) στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1, οι λέξεις «άρθρα 27» αντικαθίστανται από τις λέξεις «άρθρων 28″?

(Β) στην παράγραφο 2, οι λέξεις «άρθρα 27» αντικαθίστανται από τις λέξεις «άρθρων 28″?

6. Στο άρθρο 18, οι λέξεις «άρθρα 27» αντικαθίστανται από τις λέξεις «άρθρα 28».

7. Στο άρθρο 21, οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές, χωρίς καθυστέρηση, στη διάθεση του κοινού την άδεια κυκλοφορίας μαζί με το φύλλο οδηγιών, τη συνοπτική περιγραφή των χαρακτηριστικών του προϊόντος και τους όρους που καθορίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 21α, 22 και 22α, μαζί με οποιεσδήποτε προθεσμίες για την εκπλήρωση αυτών των προϋποθέσεων για κάθε φάρμακο που έχουν εγκρίνει.

4. Οι εθνικές αρμόδιες αρχές καταρτίζουν έκθεση αξιολόγησης και διατυπώνουν παρατηρήσεις σχετικά με το φάκελο, όσον αφορά τα αποτελέσματα των φαρμακευτικών και προκλινικών δοκιμών, κλινικές μελέτες, το σύστημα διαχείρισης κινδύνου και το σύστημα φαρμακοεπαγρύπνησης του φαρμάκου. Η έκθεση αξιολόγησης ενημερώνεται μόλις καταστούν διαθέσιμες νέες πληροφορίες που είναι σημαντικό για την αξιολόγηση της ποιότητας, την ασφάλεια ή την αποτελεσματικότητα του συγκεκριμένου φαρμάκου.

Οι εθνικές αρμόδιες αρχές διενεργούν την έκθεση αξιολόγησης του κοινού χωρίς καθυστέρηση, μαζί με τους λόγους για τη γνώμη τους, αφού προηγουμένως αφαιρέσει κάθε πληροφορία εμπορικώς εμπιστευτικού χαρακτήρα. Η αιτιολόγηση παρέχεται χωριστά για κάθε αιτούμενη ένδειξη.

Η δημόσια έκθεση αξιολόγησης πρέπει να περιλαμβάνεται περίληψη συντεταγμένη κατά τρόπον ώστε να είναι κατανοητό από το κοινό. Η συνοπτική παρουσίαση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ένα τμήμα σχετικά με τους όρους χρήσης του φαρμακευτικού προϊόντος. «.

8. Το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 21α

Εκτός από τις διατάξεις που προβλέπονται στο άρθρο 19, η άδεια κυκλοφορίας για ένα φαρμακευτικό προϊόν μπορεί να χορηγείται μόνο υπό έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους όρους:

(Α) να λάβει ορισμένα μέτρα για τη διασφάλιση της ασφαλούς χρήσης του φαρμακευτικού προϊόντος που πρόκειται να περιλαμβάνονται στο σύστημα διαχείρισης του κινδύνου?

(Β) να διεξάγει μετεγκριτικές μελέτες ασφάλειας?

(Γ) να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις σχετικά με την καταγραφή ή την αναφορά ύποπτων ανεπιθύμητων ενεργειών οι οποίες είναι αυστηρότερες από εκείνες που αναφέρονται στον τίτλο IX?

(Δ) τυχόν άλλοι όροι ή περιορισμοί όσον αφορά την ασφαλή και αποτελεσματική χρήση του φαρμάκου?

(Ε) την ύπαρξη του κατάλληλου συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης?

(Στ) για τη διεξαγωγή μετεγκριτικών μελετών για την αποτελεσματικότητα, όπου οι ανησυχίες σχετικά με ορισμένες πτυχές της αποτελεσματικότητας του φαρμακευτικού προϊόντος που προσδιορίζεται και μπορεί να επιλυθεί μόνο μετά το φαρμακευτικό προϊόν έχει διατεθεί στο εμπόριο. Η εν λόγω υποχρέωση για τη διεξαγωγή τέτοιων μελετών βασίζεται σε κατ “εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται κατ” εφαρμογή του άρθρου 22β, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις επιστημονικές οδηγίες που αναφέρονται στο άρθρο 108α.

Η άδεια κυκλοφορίας ορίζονται προθεσμίες για την εκπλήρωση αυτών των προϋποθέσεων, όπου χρειάζεται. «.

9. Το άρθρο 22 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 22

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και κατόπιν συνεννοήσεως με τον αιτούντα, η άδεια κυκλοφορίας μπορεί να χορηγηθεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ιδίως όσον αφορά την ασφάλεια του φαρμάκου, την ενημέρωση των αρμόδιων εθνικών αρχών για κάθε περιστατικό σχετιζόμενο με τη χρήση, και τα ληπτέα λαμβάνονται.

Η άδεια κυκλοφορίας μπορεί να χορηγείται μόνο όταν ο αιτών μπορεί να αποδείξει ότι δεν είναι σε θέση να παράσχει πλήρη δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του φαρμάκου, υπό κανονικές συνθήκες χρήσης, για αντικειμενικούς και εξακριβώσιμους λόγους και πρέπει να βασίζεται σε έναν από τους λόγους που καθορίζονται στο παράρτημα Ι.

Η διατήρηση της άδειας κυκλοφορίας πρέπει να εξαρτάται από την ετήσια επαναξιολόγηση αυτών των όρων. «.

10. Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 22α

1. Μετά τη χορήγηση της άδειας κυκλοφορίας, η αρμόδια εθνική αρχή μπορεί να επιβάλλει την υποχρέωση για τον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας:

(Α) να διενεργήσει μετεγκριτική μελέτη ασφάλειας, εάν υπάρχουν ανησυχίες σχετικά με τους κινδύνους ενός εγκεκριμένου φαρμάκου. Εάν οι ίδιες ανησυχίες ισχύουν σε περισσότερα από ένα φάρμακο, η αρμόδια εθνική αρχή, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή Αξιολόγησης Κινδύνων Φαρμακοεπαγρύπνησης, να ενθαρρύνει τους κατόχους άδειας κυκλοφορίας να διεξαγάγουν κοινή μετεγκριτική μελέτη ασφάλειας?

(Β) να διενεργήσει μετεγκριτική μελέτη αποτελεσματικότητας όταν η κατανόηση της νόσου ή η κλινική μεθοδολογία που δείχνουν ότι προηγούμενες αξιολογήσεις αποτελεσματικότητα θα πρέπει ενδεχομένως να αναθεωρηθούν σημαντικά. Η υποχρέωση για τη διεξαγωγή της μετεγκριτική μελέτη αποτελεσματικότητας πρέπει να βασίζονται στις κατ “εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται κατ” εφαρμογή του άρθρου 22β, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις επιστημονικές οδηγίες που αναφέρονται στο άρθρο 108α.

Η επιβολή της υποχρεώσεως αυτής πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη, γνωστοποιείται εγγράφως και περιλαμβάνει τους στόχους και χρονοδιάγραμμα για την υποβολή και διενέργεια της μελέτης.

2. Η αρμόδια εθνική αρχή δίνει στον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας τη δυνατότητα να παράσχει γραπτές παρατηρήσεις σε απάντηση στην επιβολή της υποχρέωσης, εντός προθεσμίας που θα καθορίσει, αν ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας το ζητήσει εντός 30 ημερών από την παραλαβή της γραπτής κοινοποίησης της υποχρέωσης.

3. Με βάση τις γραπτές παρατηρήσεις που υποβάλλονται από τον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας, η αρμόδια εθνική αρχή αποσύρει ή επιβεβαιώνει την υποχρέωση. Σε περίπτωση που η αρμόδια εθνική αρχή επιβεβαιώνει την υποχρέωση, η άδεια κυκλοφορίας διαφοροποιείται ώστε να συμπεριληφθεί η υποχρέωση, ως προϋπόθεση της άδειας κυκλοφορίας και το σύστημα διαχείρισης του κινδύνου επικαιροποιείται αναλόγως.

Το άρθρο 22β

1. Για να καθορίσει τις περιστάσεις στις οποίες μετά τη χορήγηση άδειας μελέτες για την αποτελεσματικότητα μπορεί να απαιτείται σύμφωνα με τα άρθρα 21α και 22α της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή μπορεί να θεσπίσει, με πράξεις κατ “εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 121α, και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 121β και 121c, μέτρα που θα συμπληρώνουν τις διατάξεις των άρθρων 21α και 22α.

2. Κατά την έγκριση αυτών κατ “εξουσιοδότηση πράξεων, η Επιτροπή ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας.

Το άρθρο 22γ

1. Ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας ενσωματώνει τυχόν όρους που αναφέρονται στα άρθρα 21α, 22 ή 22α στο σύστημα διαχείρισης του κινδύνου.

2. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν τον Οργανισμό σχετικά με τις άδειες κυκλοφορίας που έχουν χορηγηθεί υπό όρους σύμφωνα με τα άρθρα 21α, 22 ή 22α. «.

11. Το άρθρο 23 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 23

1. Μετά από μια άδεια κυκλοφορίας έχει χορηγηθεί, ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας, όσον αφορά τις μεθόδους παρασκευής και ελέγχου που προβλέπονται στο άρθρο 8 (3) (δ) και (η), λαμβάνεται υπόψη η επιστημονική και τεχνική πρόοδο και να εισάγει τις αλλαγές που μπορεί να απαιτούνται, ώστε το φάρμακο να παρασκευάζεται και να ελέγχεται σύμφωνα με τις γενικά αποδεκτές επιστημονικές μεθόδους.

Οι αλλαγές αυτές θα υπόκεινται στην έγκριση της αρμόδιας αρχής του οικείου κράτους μέλους.

2. Ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας παρέχει αμέσως στην αρμόδια εθνική αρχή κάθε νέα πληροφορία που μπορεί να συνεπάγεται τροποποίηση των στοιχείων ή εγγράφων που αναφέρονται στο άρθρο 8 (3), τα άρθρα 10, 10α, 10β και 11, ή το άρθρο 32 (5), ή στο Παράρτημα I.

Ειδικότερα, ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας ενημερώνει αμέσως την αρμόδια εθνική αρχή για κάθε απαγόρευση ή περιορισμό που επιβάλλεται από τις αρμόδιες αρχές οποιασδήποτε χώρας στην οποία το φαρμακευτικό προϊόν διατίθεται στο εμπόριο και για κάθε νέα πληροφορία που μπορεί να επηρεάσει την αξιολόγηση του οφέλους και των κινδύνων του εν λόγω φαρμάκου. Οι πληροφορίες περιλαμβάνουν τόσο θετικά όσο και αρνητικά αποτελέσματα των κλινικών δοκιμών ή άλλων μελετών σε όλες τις ενδείξεις και τους πληθυσμούς, αν και δεν περιλαμβάνονται στην άδεια κυκλοφορίας, καθώς και στοιχεία για τη χρήση του φαρμάκου, όταν η χρήση αυτή είναι έξω από τους όρους της άδειας κυκλοφορίας.

3. Ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας μεριμνά ώστε οι πληροφορίες του προϊόντος είναι ενημερωμένα με τις τρέχουσες επιστημονικές γνώσεις, καθώς και τα συμπεράσματα της αξιολόγησης και των συστάσεων που δημοσιοποιούνται μέσω του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων δικτυακή πύλη που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 26 του κανονισμού (ΕΚ ) αριθ. 726/2004.

4. Για να είναι σε θέση να αξιολογούν συνεχώς τη σχέση κινδύνου-οφέλους, η αρμόδια εθνική αρχή μπορεί ανά πάσα στιγμή να ζητήσει από τον κάτοχο άδειας κυκλοφορίας να παρέχει δεδομένα που να αποδεικνύουν ότι η σχέση κινδύνου-οφέλους παραμένει ευνοϊκή. Ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας πρέπει να απαντήσει πλήρως και εγκαίρως το οποιοδήποτε τέτοιο αίτημα.

Η αρμόδια εθνική αρχή μπορεί ανά πάσα στιγμή να ζητήσει από τον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας να υποβάλει αντίγραφο του μόνιμου φακέλου του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης. Ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας υποβάλλει το αντίγραφο, το αργότερο 7 ημέρες μετά την παραλαβή της αίτησης. «.

12. Το άρθρο 24 τροποποιείται ως εξής:

(Α) στην παράγραφο 2, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για το σκοπό αυτό, ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας παρέχει στην αρμόδια εθνική αρχή, σε ενοποιημένη μορφή, το φάκελο για την ποιότητα, την ασφάλεια και την αποτελεσματικότητα, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης των δεδομένων που περιέχονται σε υποψία αναφορές ανεπιθύμητων ενεργειών και οι περιοδικές επικαιροποιημένες εκθέσεις για την ασφάλεια που υποβάλλεται σύμφωνα με τον τίτλο IX, και πληροφορίες για όλων των τροποποιήσεων μετά τη χορήγηση της άδειας κυκλοφορίας, τουλάχιστον 9 μήνες πριν από την άδεια κυκλοφορίας παύει να ισχύει σύμφωνα με την παράγραφο 1 «.?

(Β) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Άπαξ και ανανεωθεί, η άδεια κυκλοφορίας στην αγορά ισχύει για απεριόριστο χρονικό διάστημα, εκτός εάν η αρμόδια εθνική αρχή αποφασίσει, όταν δικαιολογείται δεόντως για λόγους φαρμακοεπαγρύπνησης, συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης του ανεπαρκούς αριθμού των ασθενών με το συγκεκριμένο φάρμακο, να χορηγήσει μια πρόσθετη πενταετή ανανέωση σύμφωνα με την παράγραφο 2. «.

13. Ο τίτλος «Κεφάλαιο 4 Διαδικασία αμοιβαίας αναγνώρισης και αποκεντρωμένη διαδικασία» διαγράφεται.

14. Το άρθρο 27 τροποποιείται ως εξής:

(Α) Οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1. Συνιστάται ομάδα συντονισμού προκειμένου να δημιουργηθεί για τους ακόλουθους σκοπούς:

(Α) την εξέταση κάθε ζητήματος σχετικού με την άδεια κυκλοφορίας ενός φαρμάκου σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στο κεφάλαιο 4?

(Β) την εξέταση ζητημάτων σχετικών με την φαρμακοεπαγρύπνηση των φαρμάκων που έχουν εγκριθεί από τα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα άρθρα 107γ, 107ε, 107ζ, 107ια και 107ιζ?

(Γ) την εξέταση ζητημάτων που σχετίζονται με τροποποιήσεις των αδειών κυκλοφορίας που χορηγούνται από τα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 35 (1).

Ο Οργανισμός αναλαμβάνει τη γραμματειακή υποστήριξη της εν λόγω ομάδας συντονισμού.

Για την εκπλήρωση των καθηκόντων φαρμακοεπαγρύπνησης, συμπεριλαμβανομένης της έγκρισης των συστημάτων διαχείρισης κινδύνων και την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητάς τους, η ομάδα συντονισμού πρέπει να βασίζονται στην επιστημονική αξιολόγηση και οι συστάσεις της Επιτροπής Αξιολόγησης Κινδύνου φαρμακοεπαγρύπνησης που προβλέπεται στο άρθρο 56 (1) (αα) του κανονισμού ( ΕΚ) αριθ. 726/2004.

2. Η ομάδα συντονισμού απαρτίζεται από έναν εκπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος, διοριζόμενο για ανανεώσιμη θητεία 3 ετών. Τα κράτη μέλη μπορεί να ορίσει αναπληρωτή για ανανεώσιμη περίοδο 3 ετών. Τα μέλη της ομάδας μπορούν να συνοδεύονται από εμπειρογνώμονες.

Τα μέλη της ομάδας συντονισμού και οι εμπειρογνώμονες, για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, βασίζονται στους επιστημονικούς και κανονιστικούς πόρους που διαθέτουν οι εθνικές αρμόδιες αρχές. Κάθε εθνική αρμόδια αρχή παρακολουθεί το επίπεδο εμπειρογνωμοσύνης των αξιολογήσεων που διενεργούνται και διευκολύνει τις δραστηριότητες των μελών τους εμπειρογνώμονες της ομάδας συντονισμού και.

Το άρθρο 63 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004 εφαρμόζεται στην ομάδα συντονισμού όσον αφορά τη διαφάνεια και την ανεξαρτησία των μελών της «.?

(Β) προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«4. Ο γενικός διευθυντής του Οργανισμού ή ο εκπρόσωπός του και οι εκπρόσωποι της Επιτροπής έχουν το δικαίωμα να παρακολουθούν όλες τις συνεδριάσεις της ομάδας συντονισμού.

5. Τα μέλη της ομάδας συντονισμού εξασφαλίζουν ότι υπάρχει κατάλληλος συντονισμός μεταξύ των καθηκόντων της εν λόγω ομάδας και το έργο των εθνικών αρμόδιων αρχών, συμπεριλαμβανομένων των συμβουλευτικών οργάνων που ενέχονται στην άδεια κυκλοφορίας.

6. Εφόσον δεν προβλέπεται διαφορετικά στην παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη που εκπροσωπούνται στο πλαίσιο της ομάδας συντονισμού πρέπει να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για την επίτευξη μιας θέσης από συναίνεση σχετικά με τη δράση που πρέπει να ληφθούν. Εάν η συναίνεση δεν μπορεί να επιτευχθεί, η θέση της πλειοψηφίας των κρατών μελών που εκπροσωπούνται στο πλαίσιο της ομάδας συντονισμού θα υπερισχύσει.

7. Τα μέλη της ομάδας συντονισμού οφείλουν, ακόμη και μετά την παύση των καθηκόντων τους, να μην αποκαλύπτουν πληροφορίες του είδους που καλύπτεται από την υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου. «.

15. Μετά το άρθρο 27, τον τίτλο προστίθενται τα εξής:

«ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Αμοιβαίας αναγνώρισης και αποκεντρωμένη διαδικασία «.

16. Το άρθρο 31 (1) τροποποιείται ως εξής:

(Α) το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα κράτη μέλη, η Επιτροπή, ο αιτών ή ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας, σε ειδικές περιπτώσεις όπου εμπλέκονται τα συμφέροντα της Ένωσης, να παραπέμψει το θέμα στην επιτροπή για την εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπεται στα άρθρα 32, 33 και 34, προτού ληφθεί απόφαση σχετικά με αίτηση για άδεια κυκλοφορίας ή αναστολή ή ανάκληση της άδειας κυκλοφορίας, ή για οποιαδήποτε άλλη τροποποίηση της άδειας κυκλοφορίας που φαίνεται αναγκαία «.?

(Β) τα ακόλουθα εδάφια προστίθενται μετά το πρώτο εδάφιο:

«Όταν τα αποτελέσματα παραπομπή από την αξιολόγηση των δεδομένων που σχετίζονται με τη φαρμακοεπαγρύπνηση ενός εγκεκριμένου φαρμακευτικού προϊόντος, το θέμα παραπέμπεται στον κίνδυνο Φαρμακοεπαγρύπνησης Επιτροπή Αξιολόγησης και το άρθρο 107j (2) μπορεί να εφαρμοστεί. Η επικινδυνότητας στο επιτροπή αξιολόγησης εκδίδει σύσταση σύμφωνα με με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 32. Η τελική σύσταση θα διαβιβάζονται στην Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση ή στην ομάδα συντονισμού, κατά περίπτωση, και η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 107ια εφαρμόζεται.

Ωστόσο, όταν η ανάληψη επείγουσας δράσης κρίνεται απαραίτητο, με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 107θ έως 107ια εφαρμόζονται. «.

17. Το άρθρο 36 διαγράφεται.

18. Το άρθρο 59 τροποποιείται ως εξής:

(Α) Η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

(I) το στοιχείο (ε) αντικαθίσταται ως εξής:

«(Ε) περιγραφή των παρενεργειών που μπορεί να παρατηρηθούν κατά τη κανονική χρήση του φαρμάκου και, εάν είναι απαραίτητο, τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε μια τέτοια περίπτωση.»?

(Ii) προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Για τα φάρμακα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που αναφέρεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004, η ακόλουθη πρόσθετη δήλωση πρέπει να περιλαμβάνεται» Το φάρμακο αυτό υπόκειται σε πρόσθετη παρακολούθηση ». Η δήλωση αυτή πρέπει να προηγείται από το μαύρο σύμβολο που αναφέρεται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004 και που ακολουθείται από μια κατάλληλη τυποποιημένη επεξηγηματική πρόταση.

Για όλα τα φαρμακευτικά προϊόντα, με ένα τυποποιημένο κείμενο πρέπει να περιλαμβάνεται ρητά ζητούν οι ασθενείς να κοινοποιούν κάθε ύποπτη παρενέργεια του / γιατρό, το φαρμακοποιό της, επαγγελματία υγείας ή άμεσα με το εθνικό σύστημα αυθόρμητων αναφορών που αναφέρεται στο άρθρο 107α (1), και προσδιορίζοντας των διαφορετικών τρόπων αναφοράς διαθέσιμα (ηλεκτρονική υποβολή εκθέσεων, την ταχυδρομική διεύθυνση ή / και άλλα) σε συμμόρφωση με το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 107Α (1) «.?

(Β) προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4. Έως την 1η Ιανουαρίου 2013, η Επιτροπή θα υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση αξιολόγησης σχετικά με τις τρέχουσες ελλείψεις στην περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος και το φύλλο οδηγιών και πώς θα μπορούσε να βελτιωθεί έτσι ώστε να ανταποκρίνονται καλύτερα στις ανάγκες των ασθενών και επαγγελματίες υγείας. Η Επιτροπή υποβάλλει, εφόσον απαιτείται, και με βάση την έκθεση, και διαβούλευση με τους κατάλληλους φορείς, να υποβάλει προτάσεις προκειμένου να βελτιωθεί η αναγνωσιμότητα, τη διάταξη και το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών. «

19. Το άρθρο 63 (3) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Όταν το φαρμακευτικό προϊόν δεν προορίζεται να χορηγηθεί απευθείας στον ασθενή, ή όταν υπάρχουν σοβαρά προβλήματα όσον αφορά τη διαθεσιμότητα του φαρμάκου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν, με την επιφύλαξη των μέτρων που θεωρούν αναγκαία για τη διαφύλαξη της υγείας του ανθρώπου, χορηγήσει απαλλαγή από την υποχρέωση της αναγραφής ορισμένων ενδείξεων στην επισήμανση και στο φύλλο οδηγιών. Μπορούν επίσης να χορηγούν πλήρη ή μερική απαλλαγή από την υποχρέωση ότι η επισήμανση και το φύλλο οδηγιών πρέπει να είναι στην επίσημη γλώσσα ή γλώσσες του κράτους μέλους κράτους μέλους στο οποίο το φάρμακο διατίθεται στην αγορά. «.

20. Τίτλος ΙΧ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ΤΙΤΛΟΣ IX

ΦΑΡΜΑΚΟΕΠΑΓΡΥΠΝΗΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Γενικές διατάξεις

Το άρθρο 101

1. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν σύστημα φαρμακοεπαγρύπνησης για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους φαρμακοεπαγρύπνησης και τη συμμετοχή τους στις δραστηριότητες της Ένωσης για θέματα φαρμακοεπαγρύπνησης.

Το σύστημα φαρμακοεπαγρύπνησης χρησιμοποιείται για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τους κινδύνους των φαρμάκων όσον ασθενών ή τη δημόσια υγεία. Οι πληροφορίες αυτές κυρίως αφορούν σε δυσμενείς αντιδράσεις στον άνθρωπο, που προκύπτουν από τη χρήση του φαρμάκου, σύμφωνα με τους όρους της άδειας κυκλοφορίας, καθώς και από τη χρήση εκτός των όρων της άδειας κυκλοφορίας, καθώς και τις ανεπιθύμητες ενέργειες που σχετίζονται με την επαγγελματική έκθεση.

2. Τα κράτη μέλη, μέσω του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, αξιολογεί όλες τις πληροφορίες επιστημονικά, εξετάζουν τις επιλογές για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου και την πρόληψη και αναλαμβάνουν κανονιστική δράση, σχετικά με την άδεια κυκλοφορίας, ανάλογα με τις ανάγκες. Πρέπει να πραγματοποιεί τακτικό έλεγχο του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησής τους και αναφέρουν τα αποτελέσματα στην Επιτροπή στις 21 Σεπτεμβρίου 2013 το αργότερο και στη συνέχεια κάθε 2 έτη.

3. Κάθε κράτος μέλος ορίζει μια αρμόδια αρχή για την εκτέλεση των καθηκόντων φαρμακοεπαγρύπνησης.

4. Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τα κράτη μέλη να συμμετάσχουν, υπό το συντονισμό του Οργανισμού, σε διεθνή εναρμόνιση και τυποποίηση των τεχνικών μέτρων σε σχέση με τη φαρμακοεπαγρύπνηση.

Το άρθρο 102

Τα κράτη μέλη:

(Α) λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να ενθαρρύνουν τους ασθενείς, τους γιατρούς, τους φαρμακοποιούς και τους άλλους επαγγελματίες της υγείας να αναφέρουν εικαζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στην αρμόδια εθνική αρχή? Για αυτά τα καθήκοντα, τις οργανώσεις που εκπροσωπούν τους καταναλωτές, οι ασθενείς και οι επαγγελματίες υγείας μπορούν να συμμετέχουν ανάλογα με την περίπτωση?

(Β) να διευκολύνουν την ασθενή πληροφόρησης μέσω της παροχής εναλλακτικών μορφών εκθέσεων εκτός από web-based μορφή?

(Γ) λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την ακριβή και επαληθεύσιμα στοιχεία για την επιστημονική αξιολόγηση των ύποπτων εκθέσεων για τις παρενέργειες?

(Δ) εξασφαλίζει ότι το κοινό έχει σημαντικές πληροφορίες για θέματα φαρμακοεπαγρύπνησης σχετικά με τη χρήση ενός φαρμάκου, σε εύθετο χρόνο, μέσω δημοσίευσης στην δικτυακή πύλη και με άλλα μέσα από δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες, ανάλογα με τις ανάγκες?

(Ε) να εξασφαλίζουν, μέσω των μεθόδων συλλογής πληροφοριών και, όπου απαιτείται, μέσω της παρακολούθησης ύποπτων εκθέσεων για τις παρενέργειες, ότι λαμβάνονται όλα τα κατάλληλα μέτρα για να προσδιορίζει σαφώς κάθε βιολογικό φάρμακο συνταγή, χορηγείται ή πωλείται στο έδαφός τους, η οποία είναι η αντικείμενο ύποπτων ανεπιθύμητων έκθεση αντίδραση, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη το όνομα του φαρμακευτικού προϊόντος, σύμφωνα με το άρθρο 1 (20), και ο αριθμός της παρτίδας?

(Στ) να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας που αθετεί τις υποχρεώσεις που ορίζονται στον παρόντα τίτλο υπόκειται σε αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις.

Για τους σκοπούς του σημείου (α) και (ε) της πρώτης παραγράφου, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν ειδικές υποχρεώσεις στους ιατρούς, φαρμακοποιούς και άλλους επαγγελματίες υγείας.

Άρθρο 103

Ένα κράτος μέλος μπορεί να μεταβιβάσει οποιοδήποτε από τα καθήκοντα που του ανατίθενται δυνάμει του παρόντος τίτλου σε άλλο κράτος μέλος, σε γραπτή συμφωνία των τελευταίων. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να αντιπροσωπεύει περισσότερο από ένα άλλο κράτος μέλος.

Το μεταβιβάζον κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή, τον Οργανισμό και όλα τα άλλα κράτη μέλη της αντιπροσωπείας γραπτώς. Το μεταβιβάζον κράτος μέλος και ο Οργανισμός δημοσιοποιεί αυτή την πληροφορία.

Το άρθρο 104

1. Ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας πρέπει να χρησιμοποιούν σύστημα φαρμακοεπαγρύπνησης για την εκπλήρωση των καθηκόντων φαρμακοεπαγρύπνησης του, που ισοδυναμεί με το σύστημα φαρμακοεπαγρύπνησης του οικείου κράτους μέλους που προβλέπεται στο άρθρο 101 (1).

2. Ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας, μέσω του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, αξιολογούν όλες τις πληροφορίες επιστημονικά, εξετάζουν τις επιλογές για την ελαχιστοποίηση του κινδύνου και την πρόληψη και λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ανάλογα με τις ανάγκες.

Ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας πρέπει να πραγματοποιεί τακτικό έλεγχο του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης του. Υποβάλλει σημείωμα σχετικά με τα κύρια πορίσματα του ελέγχου στο μόνιμο φάκελλο του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης και, με βάση τα πορίσματα του ελέγχου, διασφαλίζουν ότι το κατάλληλο σχέδιο διορθωτικών μέτρων, προετοιμάζεται και εφαρμόζεται. Μόλις οι διορθωτικές ενέργειες έχουν εφαρμοστεί πλήρως, η σημείωση μπορεί να αφαιρεθεί.

3. Ως μέρος του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης, ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας:

(Α) να έχει μονίμως και συνεχώς στη διάθεσή του ένα κατάλληλα ειδικευμένο πρόσωπο, υπεύθυνο για τη φαρμακοεπαγρύπνηση?

(Β) να τηρεί και να καθιστά διαθέσιμο, κατόπιν αιτήματος φάκελο του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης?

(Γ) να εφαρμόζει σύστημα διαχείρισης κινδύνου για κάθε φάρμακο?

(Δ) να παρακολουθεί το αποτέλεσμα των μέτρων ελαχιστοποίησης του κινδύνου τα οποία περιλαμβάνονται στο σχέδιο διαχείρισης κινδύνου ή τα οποία ορίζονται ως όροι της άδειας κυκλοφορίας σύμφωνα με τα άρθρα 21α, 22 ή 22α?

(Ε) την επικαιροποίηση του συστήματος διαχείρισης κινδύνου και να παρακολουθεί τα δεδομένα φαρμακοεπαγρύπνησης να καθορίσουν κατά πόσον υπάρχουν νέοι κίνδυνοι ή αν οι κίνδυνοι έχουν αλλάξει ή αν υπάρχουν αλλαγές του ισοζυγίου οφέλους-κινδύνου των φαρμακευτικών προϊόντων.

Το ειδικευμένο πρόσωπο που αναφέρεται στο σημείο (α) του πρώτου εδαφίου πρέπει να είναι εγκατεστημένο και λειτουργεί στην Ένωση και είναι υπεύθυνος για τη δημιουργία και τη συντήρηση του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης. Ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας υποβάλλει το ονοματεπώνυμο και στοιχεία επικοινωνίας του ειδικευμένου ατόμου στην αρμόδια αρχή και στον Οργανισμό.

4. Παρά τις διατάξεις της παραγράφου 3, οι εθνικές αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητήσουν το διορισμό ενός προσώπου επαφής για θέματα φαρμακοεπαγρύπνησης, σε εθνικό επίπεδο αναφοράς για το ειδικευμένο πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για τις δραστηριότητες φαρμακοεπαγρύπνησης.

Το άρθρο 104α

1. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου, οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας που χορηγούνται πριν από 21 Ιουλ 2012 πρέπει, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 104 (3) (γ), δεν υποχρεούνται να εφαρμόζουν ένα σύστημα διαχείρισης του κινδύνου για κάθε φάρμακο προϊόντος.

2. Η αρμόδια εθνική αρχή μπορεί να επιβάλει υποχρέωση σε έναν κάτοχο άδειας κυκλοφορίας να εφαρμόσει ένα σύστημα διαχείρισης των κινδύνων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 104 (3) (γ), εάν υπάρχουν ανησυχίες σχετικά με τους κινδύνους που επηρεάζουν τη σχέση κινδύνου-οφέλους ενός εγκεκριμένου φαρμάκου προϊόντος. Στο πλαίσιο αυτό, η αρμόδια εθνική αρχή πρέπει επίσης να υποχρεώσει τον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας να υποβάλει λεπτομερή περιγραφή του συστήματος διαχείρισης του κινδύνου το οποίο προτίθεται να εφαρμόσει για το συγκεκριμένο φαρμακευτικό προϊόν.

Η επιβολή των υποχρεώσεων αυτών πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη, γνωστοποιείται εγγράφως και περιλαμβάνει το χρονοδιάγραμμα για την υποβολή της λεπτομερούς περιγραφής του συστήματος διαχείρισης του κινδύνου.

3. Η αρμόδια εθνική αρχή δίνει στον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας τη δυνατότητα να παράσχει γραπτές παρατηρήσεις σε απάντηση στην επιβολή της υποχρέωσης, εντός προθεσμίας που θα καθορίσει, αν ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας το ζητήσει εντός 30 ημερών από την παραλαβή της γραπτής κοινοποίησης της υποχρέωσης.

4. Με βάση τις γραπτές παρατηρήσεις που υποβάλλονται από τον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας, η αρμόδια εθνική αρχή αποσύρει ή επιβεβαιώνει την υποχρέωση. Σε περίπτωση που η αρμόδια εθνική αρχή επιβεβαιώνει την υποχρέωση, η άδεια κυκλοφορίας διαφοροποιείται αναλόγως να περιλαμβάνουν τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν ως μέρος του συστήματος διαχείρισης του κινδύνου ως όροι της άδειας κυκλοφορίας που αναφέρεται στο σημείο (α) του άρθρου 21α.

Άρθρο 105

Η διαχείριση των κεφαλαίων που προορίζονται για τις δραστηριότητες που συνδέονται με την φαρμακοεπαγρύπνηση, τη λειτουργία των δικτύων κοινοποίησης και την επιτήρηση της αγοράς τελούν υπό το διαρκή έλεγχο των αρμόδιων εθνικών αρχών, ώστε να εξασφαλίζεται η ανεξαρτησία τους κατά την εκτέλεση των εν λόγω δραστηριοτήτων φαρμακοεπαγρύπνησης.

Η πρώτη παράγραφος δεν εμποδίζει τις αρμόδιες εθνικές αρχές να εισπράττουν τέλος για τους κατόχους της άδειας κυκλοφορίας για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων αυτών από τις εθνικές αρμόδιες αρχές, υπό την προϋπόθεση ότι η ανεξαρτησία τους κατά την εκτέλεση των εν λόγω δραστηριοτήτων φαρμακοεπαγρύπνησης που είναι απολύτως εγγυημένη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Διαφάνεια και επικοινωνία

Το άρθρο 106

Κάθε κράτος μέλος δημιουργεί και διατηρεί εθνική φάρμακα δικτυακή πύλη που θα συνδέεται με το Ευρωπαϊκό φάρμακα δικτυακή πύλη που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 26 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004. Με τη βοήθεια των εθνικών φαρμάκων δικτυακές πύλες, τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν τουλάχιστον τα ακόλουθα:

(Α) δημόσιες εκθέσεις αξιολόγησης, από κοινού με μια περίληψή τους?

(Β) περιλήψεις των χαρακτηριστικών του προϊόντος και το φύλλο οδηγιών?

(Γ) περιλήψεις των σχεδίων διαχείρισης του κινδύνου για φάρμακα που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με την παρούσα οδηγία?

(Δ) τον κατάλογο των φαρμάκων που αναφέρονται στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004?

(Ε) πληροφορίες σχετικά με τους διάφορους τρόπους την αναφορά ύποπτων ανεπιθύμητων ενεργειών των φαρμάκων στις αρμόδιες εθνικές αρχές από τους επαγγελματίες υγείας και οι ασθενείς, συμπεριλαμβανομένων και των web-based τυποποιημένα έντυπα που αναφέρονται στο άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004.

Το άρθρο 106α

1. Από τη στιγμή που ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας σκοπεύει να προβεί σε δημόσια ανακοίνωση για την ενημέρωση όσον αφορά τη φαρμακοεπαγρύπνηση σε σχέση με τη χρήση ενός φαρμακευτικού προϊόντος, και εν πάση περιπτώσει, ταυτόχρονα ή πριν από τη δημόσια ανακοίνωση γίνεται, αυτός υποχρεούται να ενημερώνουν τις αρμόδιες εθνικές αρχές, τον Οργανισμό και την Επιτροπή.

Ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας εξασφαλίζει ότι οι πληροφορίες στο κοινό να παρουσιάζονται αντικειμενικά και να μην είναι παραπλανητικές.

2. Εκτός αν είναι επείγουσες δημόσιες ανακοινώσεις που απαιτούνται για την προστασία της δημόσιας υγείας, τα κράτη μέλη, ο Οργανισμός και η Επιτροπή ενημερώνονται αμοιβαία όχι λιγότερο από 24 ώρες πριν από τη δημόσια ανακοίνωση για την ενημέρωση όσον αφορά τη φαρμακοεπαγρύπνηση.

3. Για τις δραστικές ουσίες που περιέχονται σε φάρμακα που έχουν εγκριθεί σε περισσότερα από ένα κράτος μέλος, ο Οργανισμός είναι υπεύθυνος για το συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων εθνικών αρχών των αναγγελιών ασφάλειας και παρέχει τα χρονοδιαγράμματα για τις πληροφορίες που δημοσιοποιούνται.

Υπό το συντονισμό του Οργανισμού, τα κράτη μέλη καταβάλλουν κάθε εύλογη προσπάθεια για να συμφωνήσουν σε ένα κοινό μήνυμα όσον αφορά την ασφάλεια του εν λόγω φαρμάκου και τα χρονοδιαγράμματα για τη διανομή τους. Η επικινδυνότητας στο Επιτροπή Αξιολόγησης, κατόπιν αιτήματος του Οργανισμού, παρέχει συμβουλές σχετικά με τις ανακοινώσεις για την ασφάλεια.

4. Όταν ο Οργανισμός ή οι εθνικές αρμόδιες αρχές δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3, οποιοδήποτε στοιχείο προσωπικού ή εμπιστευτικού από εμπορική άποψη, χαρακτήρα διαγράφεται, εκτός αν η δημοσιοποίησή του είναι αναγκαία για την προστασία της δημόσιας υγείας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Καταγραφή, αναφορά και αξιολόγηση των δεδομένων φαρμακοεπαγρύπνησης

Τμήμα 1

Καταγραφή και αναφορά των ύποπτων ανεπιθύμητων ενεργειών

Άρθρο 107

1. Οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας καταγράφει όλες τις εικαζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε τρίτες χώρες, οι οποίες περιήλθαν σε γνώση τους, είτε γνωστοποιείται αυθόρμητα από ασθενείς ή επαγγελματίες του τομέα υγειονομικής περίθαλψης, είτε εντοπίζεται στο πλαίσιο μιας μελέτης μετά τη χορήγηση άδειας.

Οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας πρέπει να εξασφαλίζουν ότι οι εκθέσεις αυτές είναι προσβάσιμες σε ένα μόνο σημείο εντός της Ένωσης.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, εικαζόμενες παρενέργειες που σημειώνονται στο πλαίσιο μιας κλινικής δοκιμής πρέπει να καταγράφεται και να αναφέρεται σύμφωνα με την οδηγία 2001/20/ΕΚ.

2. Οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας δεν θα αρνηθεί να εξετάσει τις αναφορές ύποπτων ανεπιθύμητων ενεργειών που πραγματοποιούνται ηλεκτρονικά ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσφορο μέσο από ασθενείς και επαγγελματίες υγείας.

3. Οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας υποβάλλουν ηλεκτρονικά στη βάση δεδομένων και δίκτυο επεξεργασίας δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004 (εφεξής η «βάση δεδομένων Eudravigilance») πληροφορίες σχετικά με όλες τις σοβαρές εικαζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζονται στην Ένωση και σε τρίτες χώρες, εντός 15 ημερών από την ημέρα κατά την οποία ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας λαμβάνει γνώση του γεγονότος.

Οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας υποβάλλουν ηλεκτρονικά στη βάση δεδομένων Eudravigilance πληροφορίες σχετικά με όλες τις μη σοβαρές εικαζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζονται στην Ένωση, εντός 90 ημερών από την ημέρα κατά την οποία ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας λαμβάνει γνώση του γεγονότος.

Για τα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν τις δραστικές ουσίες που αναφέρονται στον κατάλογο των δημοσιεύσεων που παρακολουθούνται από τον Οργανισμό σύμφωνα με το άρθρο 27 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004, οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας δεν καλούνται να αναφέρουν στη βάση δεδομένων Eudravigilance τις εικαζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που καταγράφηκαν στην παρατιθέμενη ιατρική βιβλιογραφία, αλλά παρακολουθούν κάθε άλλη ιατρική βιβλιογραφία και γνωστοποιούν οποιεσδήποτε εικαζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες.

4. Οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας θεσπίζουν διαδικασίες προκειμένου να λάβει ακριβή και επαληθεύσιμα στοιχεία για την επιστημονική αξιολόγηση των ύποπτων αναφορών για παρενέργειες. Πρέπει επίσης να συλλέγουν στοιχεία για τα επακόλουθα για τις εκθέσεις αυτές και να υποβάλουν τις ενημερώσεις στη βάση δεδομένων Eudravigilance.

5. Οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας πρέπει να συνεργάζονται με τον Οργανισμό και τα κράτη μέλη στην ανίχνευση των αντιγράφων των ύποπτων αναφορών για παρενέργειες.

Το άρθρο 107α

1. Κάθε κράτος μέλος καταγράφει όλες τις εικαζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζονται στο έδαφός του, οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του από επαγγελματίες υγείας και ασθενείς. Τα κράτη μέλη εμπλέκουν τους ασθενείς και τους επαγγελματίες υγείας, ανάλογα με την περίπτωση, στην παρακολούθηση τυχόν εκθέσεων που λαμβάνουν προκειμένου να συμμορφωθούν με το άρθρο 102 (c) και (ε).

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εν λόγω ανεπιθύμητες ενέργειες μπορούν να υποβληθούν μέσω των εθνικών φαρμάκων δικτυακών πυλών ή με άλλα μέσα.

2. Για τις εκθέσεις που υποβάλλονται από έναν κάτοχο άδειας κυκλοφορίας, τα κράτη μέλη στο έδαφος των οποίων η εικαζόμενη ανεπιθύμητη ενέργεια συνέβη μπορεί να περιλαμβάνει τον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας στην παρακολούθηση των εκθέσεων.

3. Τα κράτη μέλη συνεργάζονται με τον Οργανισμό και τους κατόχους της άδειας κυκλοφορίας στην ανίχνευση των αντιγράφων των ύποπτων αναφορών για παρενέργειες.

4. Τα κράτη μέλη, εντός 15 ημερών από την παραλαβή των εκθέσεων των σοβαρές εικαζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, υποβάλλουν τις γνωστοποιήσεις ηλεκτρονικά στη βάση δεδομένων Eudravigilance.

Τα κράτη μέλη, εντός 90 ημερών από την παραλαβή των εκθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, να υποβάλουν αναφορές για μη σοβαρές εικαζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες ηλεκτρονικά στη βάση δεδομένων Eudravigilance.

Οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας εν λόγω γνωστοποιήσεις μέσω της βάσης δεδομένων Eudravigilance.

5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εκθέσεις των ύποπτων ανεπιθύμητων ενεργειών που προκύπτουν από ένα λάθος που σχετίζεται με τη χρήση ενός φαρμακευτικού προϊόντος, οι οποίες φέρονται σε γνώση τους στη διάθεση της βάσης δεδομένων Eudravigilance και σε κάθε αρχές, φορείς, οργανώσεις ή / και φορείς, υπεύθυνοι για την ασφάλεια των ασθενών εντός του εν λόγω κράτους μέλους. Εξασφαλίζουν επίσης ότι οι αρχές που είναι αρμόδιες για τα φαρμακευτικά προϊόντα εντός του κράτους μέλους ενημερώνονται για τυχόν εικαζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που περιέρχεται σε γνώση του οποιαδήποτε άλλη αρχή αυτού του κράτους μέλους. Οι εκθέσεις αυτές θα επισημαίνονται σαφώς στα έντυπα που αναφέρονται στο άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004.

6. Εκτός αν υπάρχουν βάσιμους λόγους που προκύπτουν από τις δραστηριότητες φαρμακοεπαγρύπνησης, τα επιμέρους κράτη μέλη δεν επιβάλλει πρόσθετες υποχρεώσεις στους κατόχους αδειών κυκλοφορίας για την αναφορά ύποπτων ανεπιθύμητων ενεργειών.

Τμήμα 2

Περιοδικές εκθέσεις για την ασφάλεια

Το άρθρο 107β

1. Οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας υποβάλλουν στον Οργανισμό επικαιροποιημένες περιοδικές εκθέσεις για την ασφάλεια που περιέχει:

(Α) περιλήψεις στοιχείων σχετικά με τα οφέλη και τους κινδύνους του φαρμακευτικού προϊόντος, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων όλων των μελετών, με την εξέταση των πιθανών επιπτώσεών τους για την άδεια κυκλοφορίας?

(Β) επιστημονική αξιολόγηση της σχέσης κινδύνου-οφέλους του φαρμάκου?

(Γ) όλα τα στοιχεία σχετικά με τον όγκο των πωλήσεων του φαρμάκου και οποιαδήποτε στοιχεία έχει στην κατοχή του ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας σχετικά με τον όγκο της συνταγογράφησης, καθώς και εκτίμηση του πληθυσμού που εκτίθεται στο φαρμακευτικό προϊόν.

Η αξιολόγηση που αναφέρεται στο σημείο (β) με βάση όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων από κλινικές δοκιμές για ενδείξεις και πληθυσμούς.

Οι επικαιροποιημένες περιοδικές εκθέσεις για την ασφάλεια υποβάλλονται ηλεκτρονικά.

2. Ο Οργανισμός καθιστά διαθέσιμες τις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στις αρμόδιες εθνικές αρχές, τα μέλη της Επιτροπής Αξιολόγησης Κινδύνου Φαρμακοεπαγρύπνησης, η Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση και στην ομάδα συντονισμού, μέσω του αποθετηρίου που αναφέρεται στο άρθρο 25α του Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 726/2004.

3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας για τα φαρμακευτικά προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 10 (1), ή του άρθρου 10α, και οι κάτοχοι των καταχωρίσεων για φάρμακα που αναφέρονται στα άρθρα 14 ή 16α, υποβάλλει επικαιροποιημένες περιοδικές εκθέσεις για την ασφάλεια για τα φάρμακα αυτά στις εξής περιπτώσεις:

(Α) όταν αυτή η υποχρέωση έχει οριστεί ως προϋπόθεση στην άδεια κυκλοφορίας σύμφωνα με το άρθρο 21α ή το άρθρο 22? Ή

(Β) όταν αυτό ζητηθεί από αρμόδια αρχή με βάση τις ανησυχίες σχετικά με τα δεδομένα της φαρμακοεπαγρύπνησης ή λόγω της έλλειψης των περιοδικών επικαιροποιημένων εκθέσεων για την ασφάλεια σχετικά με μια δραστική ουσία μετά την άδεια κυκλοφορίας έχει χορηγηθεί. Οι εκθέσεις αξιολόγησης της αιτούμενης επικαιροποιημένες περιοδικές εκθέσεις για την ασφάλεια πρέπει να κοινοποιούνται στην επικινδυνότητας στο Επιτροπή Αξιολόγησης, η οποία εξετάζει κατά πόσον υπάρχει ανάγκη για μια ενιαία έκθεση αξιολόγησης για όλες τις άδειες κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων που περιέχουν την ίδια δραστική ουσία και ενημερώνει την ομάδα συντονισμού ή η Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση αναλόγως, προκειμένου να εφαρμόσει τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 107γ (4) και το άρθρο 107ε.

Το άρθρο 107γ

1. Η συχνότητα με την οποία η επικαιροποιημένες περιοδικές εκθέσεις για την ασφάλεια πρέπει να υποβάλλονται πρέπει να καθορίζεται στην άδεια κυκλοφορίας.

Οι ημερομηνίες υποβολής, σύμφωνα με την καθορισμένη συχνότητα υπολογίζεται από την ημερομηνία της άδειας.

2. Οι κάτοχοι των αδειών κυκλοφορίας που είχαν χορηγηθεί πριν από τις 21 Ιουλίου 2012, και για τις οποίες η συχνότητα και ημερομηνίες υποβολής των επικαιροποιημένων περιοδικών εκθέσεων για την ασφάλεια δεν ορίζονται ως προϋπόθεση για την άδεια κυκλοφορίας, υποβάλλει τις εκθέσεις περιοδικής παρακολούθησης ασφάλειας, σύμφωνα με τις δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου έως ότου άλλη συχνότητα ή άλλες ημερομηνίες υποβολής των εκθέσεων που ορίζονται στην άδεια κυκλοφορίας ή προσδιορίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 4, 5 ή 6.

Περιοδικές εκθέσεις για την ασφάλεια υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές αμέσως μόλις ζητηθούν ή σύμφωνα με τα ακόλουθα:

(Α) όταν ένα φαρμακευτικό προϊόν δεν έχει ακόμη διατεθεί στην αγορά, τουλάχιστον κάθε 6 μήνες από την έγκριση και μέχρι τη διάθεση στην αγορά?

(Β) όταν ένα φαρμακευτικό προϊόν έχει διατεθεί στην αγορά, τουλάχιστον κάθε 6 μήνες κατά τα 2 πρώτα έτη μετά την πρώτη διάθεση στην αγορά, μία φορά το χρόνο για τα επόμενα 2 χρόνια και κάθε τρία έτη κατόπιν.

3. Η παράγραφος 2 εφαρμόζεται επίσης στα φάρμακα που έχουν λάβει άδεια μόνο σε ένα κράτος μέλος και για τα οποία η παράγραφος 4 δεν εφαρμόζεται.

4. Σε περίπτωση που φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία υπόκεινται σε διαφορετικές άδειες κυκλοφορίας περιέχουν την ίδια δραστική ουσία ή του ίδιου συνδυασμού των δραστικών ουσιών, η συχνότητα και ημερομηνίες υποβολής των επικαιροποιημένων περιοδικών εκθέσεων για την ασφάλεια που προκύπτουν από την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2 μπορούν να τροποποιηθούν και να εναρμονιστούν με καταστεί δυνατή η ενιαία αξιολόγηση που πρέπει να γίνουν στο πλαίσιο της περιοδικής έκθεσης διαδικασία καταμερισμού των εργασιών και να οριστεί μια ημερομηνία αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την οποία η υποβολή ημερομηνίες υπολογίζονται.

Αυτή η εναρμονισμένη συχνότητα για την υποβολή των εκθέσεων και την ημερομηνία αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να καθορίζονται, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή Αξιολόγησης Κινδύνων της φαρμακοεπαγρύπνησης, από έναν από τους ακόλουθους:

(Α) την Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση, όπου τουλάχιστον μια από τις άδειες κυκλοφορίας για τα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν τη συγκεκριμένη δραστική ουσία έχει χορηγηθεί σύμφωνα με την κεντρική διαδικασία που προβλέπεται στο κεφάλαιο 1 του τίτλου ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ ) αριθ. 726/2004?

(Β) την ομάδα συντονισμού, σε άλλες περιπτώσεις από αυτές που αναφέρονται στο σημείο (α).

Η εναρμονισμένη συχνότητα για την υποβολή των εκθέσεων καθορίζονται σύμφωνα με το πρώτο και δεύτερο εδάφιο πρέπει να δημοσιοποιούνται από τον Οργανισμό. Οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας πρέπει να υποβάλει αίτηση για τροποποίηση της άδειας κυκλοφορίας.

5. Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, η ημερομηνία αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν την ίδια δραστική ουσία ή του ίδιου συνδυασμού των δραστικών ουσιών πρέπει να είναι ένα από τα ακόλουθα:

(Α) την ημερομηνία της πρώτης άδειας κυκλοφορίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ενός φαρμακευτικού προϊόντος που περιέχει τη δραστική ουσία ή ο συνδυασμός δραστικών ουσιών?

(Β) εάν η ημερομηνία που αναφέρεται στο σημείο (α) δεν μπορεί να διαπιστωθεί, η πρώτη από τις γνωστές ημερομηνίες των αδειών κυκλοφορίας για ένα φαρμακευτικό προϊόν που περιέχει τη δραστική ουσία ή συνδυασμό δραστικών ουσιών.

6. Οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας επιτρέπεται να υποβάλλουν αιτήματα στην επιτροπή φαρμάκων για ανθρώπινη χρήση ή στην ομάδα συντονισμού, κατά περίπτωση, για τον προσδιορισμό της Ένωσης ημερομηνίες αναφοράς ή για να αλλάξετε τη συχνότητα υποβολής περιοδικών εκθέσεων ασφάλειας σε έναν από τους ακόλουθους λόγους:

(Α) για λόγους που σχετίζονται με τη δημόσια υγεία?

(Β), προκειμένου να αποφευχθεί η επανάληψη της εκτίμησης?

(Γ) για την επίτευξη διεθνούς εναρμόνισης.

Οι αιτήσεις αυτές υποβάλλονται εγγράφως και πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένες. Η Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση ή η ομάδα συντονισμού, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή Αξιολόγησης Κινδύνων της φαρμακοεπαγρύπνησης, πρέπει να εγκρίνει ή να αρνηθεί τέτοια αιτήματα. Οποιαδήποτε αλλαγή στις ημερομηνίες ή τη συχνότητα υποβολής των επικαιροποιημένων περιοδικών εκθέσεων για την ασφάλεια δημοσιοποιούνται από τον Οργανισμό. Οι κάτοχοι άδειας κυκλοφορίας πρέπει να υποβάλει την ανάλογη αίτηση για τροποποίηση της άδειας κυκλοφορίας.

7. Ο Οργανισμός δημοσιοποιεί κατάλογο της Ένωσης ημερομηνίες αναφοράς και συχνότητα υποβολής των επικαιροποιημένων περιοδικών εκθέσεων για την ασφάλεια μέσω του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων δικτυακής πύλης.

Οποιαδήποτε αλλαγή στις ημερομηνίες υποβολής και στη συχνότητα των επικαιροποιημένων περιοδικών εκθέσεων για την ασφάλεια καθορίζεται στην άδεια κυκλοφορίας ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των παραγράφων 4, 5 και 6, τίθεται σε ισχύ 6 μήνες μετά την ημερομηνία της δημοσίευσης αυτής.

Το άρθρο 107 Δ

Οι αρμόδιες εθνικές αρχές αξιολογούν τις επικαιροποιημένες περιοδικές εκθέσεις για την ασφάλεια να καθορίσουν κατά πόσον υπάρχουν νέοι κίνδυνοι ή αν οι κίνδυνοι έχουν αλλάξει ή αν υπάρχουν αλλαγές ως προς τη σχέση κινδύνου-οφέλους των φαρμακευτικών προϊόντων.

Το άρθρο 107ε

1. Μία και μόνη αξιολόγηση των επικαιροποιημένων περιοδικών εκθέσεων για την ασφάλεια πραγματοποιείται για τα φάρμακα που εγκρίνονται σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη και, στις περιπτώσεις των παραγράφων 4 έως 6 του άρθρου 107γ, για όλα τα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν την ίδια δραστική ουσία ή του ίδιου συνδυασμού ενεργών ουσίες και για τα οποία μια ημερομηνία αναφοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη συχνότητα των επικαιροποιημένων περιοδικών εκθέσεων για την ασφάλεια έχει καθιερωθεί.

Η ενιαία αξιολόγηση αυτή διενεργείται από ένα από τα ακόλουθα:

(Α) ένα κράτος μέλος που διορίζεται από την ομάδα συντονισμού όταν καμία από τις εν λόγω άδειες κυκλοφορίας έχει χορηγηθεί σύμφωνα με την κεντρική διαδικασία που προβλέπεται στο κεφάλαιο 1 του τίτλου ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004? Ή

(Β) έναν εισηγητή που διορίζονται από την Εκτίμηση της Επικινδυνότητας Επιτροπή, όταν τουλάχιστον μία από τις οικείες άδειες κυκλοφορίας έχει χορηγηθεί σύμφωνα με την κεντρική διαδικασία που προβλέπεται στο κεφάλαιο 1 του τίτλου ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004.

Κατά την επιλογή του κράτους μέλους σύμφωνα με το σημείο (α) του δεύτερου εδαφίου, η ομάδα συντονισμού λαμβάνει υπόψη κατά πόσον κάποιο κράτος μέλος ενεργεί ως κράτος μέλος αναφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 28 (1).

2. Το κράτος μέλος ή ο εισηγητής, κατά περίπτωση, συντάσσει έκθεση αξιολόγησης εντός 60 ημερών από την παραλαβή της επικαιροποιημένης περιοδικής έκθεσης για την ασφάλεια και την αποστέλλει στον Οργανισμό και τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη. Ο Οργανισμός αποστέλλει την έκθεση στον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας.

Εντός 30 ημερών από την παραλαβή της έκθεσης αξιολόγησης, τα κράτη μέλη και ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας δύναται να υποβάλει παρατηρήσεις στον Οργανισμό και στον εισηγητή ή στο κράτος μέλος.

3. Μετά την παραλαβή των παρατηρήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, ο εισηγητής ή κράτους μέλους εντός 15 ημερών επικαιροποιεί την έκθεση αξιολόγησης λαμβάνοντας υπόψη τις τυχόν παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν, και τη διαβιβάζει στο επικινδυνότητας στο επιτροπής αξιολόγησης. Η επικινδυνότητας στο Επιτροπή Αξιολόγησης εγκρίνει την έκθεση αξιολόγησης με ή χωρίς περαιτέρω αλλαγές κατά την επόμενη συνεδρίασή της και να εκδώσει σύσταση. Η σύσταση πρέπει να αναφέρει τις αποκλίνουσες απόψεις με τους λόγους στους οποίους βασίζονται. Ο Οργανισμός περιλαμβάνει την εγκριθείσα έκθεση αξιολόγησης και τη σύσταση υπό το αποθετήριο που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 25α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004 και διαβιβάζει τόσο για τον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας.

Άρθρο 107στ

Μετά την αξιολόγηση των επικαιροποιημένων περιοδικών εκθέσεων για την ασφάλεια, τις εθνικές αρμόδιες αρχές εξετάζουν εάν οποιαδήποτε ενέργεια σχετικά με την άδεια κυκλοφορίας του συγκεκριμένου φαρμάκου είναι απαραίτητη.

Τα κράτη μέλη διατηρούν, τροποποιούν, αναστέλλουν ή ανακαλούν την άδεια κυκλοφορίας, ανάλογα με την περίπτωση.

Το άρθρο 107ζ

1. Στην περίπτωση μίας και μόνης αξιολόγησης των επικαιροποιημένων περιοδικών εκθέσεων για την ασφάλεια που συνιστά οποιαδήποτε ενέργεια σχετικά με περισσότερες από μία άδειες κυκλοφορίας σύμφωνα με το άρθρο 107ε (1), η οποία δεν περιλαμβάνει καμία άδεια κυκλοφορίας που χορηγείται σύμφωνα με την κεντρική διαδικασία που προβλέπεται στο κεφάλαιο 1 του Τίτλος II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004, η ομάδα συντονισμού, εντός 30 ημερών από την παραλαβή της έκθεσης της Επιτροπής Αξιολόγησης Κινδύνου φαρμακοεπαγρύπνησης, εξετάζει την έκθεση και να λάβει θέση για τη διατήρηση, την τροποποίηση, την αναστολή ή την ανάκληση της αδειών κυκλοφορίας, θα περιλαμβάνει ένα χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή της συμφωνηθείσας θέσης.

2. Εάν, εντός της ομάδας συντονισμού, τα κράτη μέλη εκπροσωπούνται καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με τη δράση που πρέπει να λαμβάνονται με συναίνεση, ο πρόεδρος καταγράφει τη συμφωνία και την αποστέλλει στον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας και των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη διατήρηση, τροποποίηση, την αναστολή ή την ανάκληση των αδειών κυκλοφορίας, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής που καθορίζεται στη συμφωνία.

Σε περίπτωση που μια παραλλαγή, ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας υποβάλλει στις αρμόδιες εθνικές αρχές, την κατάλληλη αίτηση για τροποποίηση, και μια ενημερωμένη περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος και το φύλλο οδηγιών εντός του καθορισμένου χρονοδιαγράμματος για την εφαρμογή.

Εάν μια συμφωνία με συναίνεση δεν μπορεί να επιτευχθεί, η θέση της πλειοψηφίας των κρατών μελών που εκπροσωπούνται στο πλαίσιο της ομάδας συντονισμού διαβιβάζονται στην Επιτροπή η οποία εφαρμόζει τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 33 και 34.

Σε περίπτωση που η συμφωνία στην οποία κατέληξαν τα κράτη μέλη που εκπροσωπούνται στο πλαίσιο της ομάδας συντονισμού ή τη θέση της πλειοψηφίας των κρατών μελών διαφέρει από τη σύσταση της Επικινδυνότητας Επιτροπή Αξιολόγησης, η ομάδα συντονισμού επισυνάπτει στη συμφωνία ή τη θέση της πλειοψηφίας μια λεπτομερή εξήγηση της επιστημονικών λόγων για τις διαφορές μαζί με τη σύσταση.

3. Στην περίπτωση μίας και μόνης αξιολόγησης των επικαιροποιημένων περιοδικών εκθέσεων για την ασφάλεια που συνιστά οποιαδήποτε ενέργεια σχετικά με περισσότερες από μία άδειες κυκλοφορίας σύμφωνα με το άρθρο 107ε (1), η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον μία άδεια κυκλοφορίας που χορηγείται σύμφωνα με την κεντρική διαδικασία που προβλέπεται στο κεφάλαιο 1 του Τίτλος II του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004, η Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση, εντός 30 ημερών από την παραλαβή της έκθεσης της Επιτροπής Αξιολόγησης Κινδύνου φαρμακοεπαγρύπνησης, εξετάζει την έκθεση και εκδίδει γνώμη σχετικά με τη διατήρηση, την τροποποίηση, αναστολή ή την ανάκληση των οικείων αδειών κυκλοφορίας, συμπεριλαμβανομένου του χρονοδιαγράμματος για την εφαρμογή της γνώμης.

Στην περίπτωση αυτή γνώμη της Επιτροπής Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση διαφέρει από τη σύσταση της Επιτροπής Αξιολόγησης Κινδύνου Φαρμακοεπαγρύπνησης, η Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση επισυνάπτει στη γνώμη της λεπτομερή επεξήγηση των επιστημονικών λόγων για τις διαφορές σε συνδυασμό με τη σύσταση .

4. Με βάση τη γνώμη της Επιτροπής Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση που αναφέρεται στην παράγραφο 3, η Επιτροπή:

(Α) εγκρίνει απόφαση που απευθύνεται στα κράτη μέλη σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν όσον αφορά τις άδειες κυκλοφορίας που χορηγούνται από τα κράτη μέλη και αφορά τη διαδικασία που προβλέπεται σε αυτήν την ενότητα? Και

(Β) όταν η γνώμη υποστηρίζει ότι η ρυθμιστική δράση σχετικά με την άδεια κυκλοφορίας, είναι απαραίτητο, να λάβει απόφαση για τροποποίηση, την αναστολή ή την ανάκληση των αδειών κυκλοφορίας που χορηγούνται σύμφωνα με την κεντρική διαδικασία που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 726/2004 και την ανησυχία της τη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν τμήμα.

Τα άρθρα 33 και 34 της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται στην έκδοση της απόφασης που αναφέρεται στο σημείο (α) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου και στην εφαρμογή της από τα κράτη μέλη.

Το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004 εφαρμόζεται στην απόφαση που αναφέρεται στο σημείο (β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. Σε περίπτωση που η Επιτροπή εγκρίνει τέτοια απόφαση, μπορεί επίσης να εκδώσει απόφαση που απευθύνεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 127α της παρούσας οδηγίας.

Τμήμα 3

Ανίχνευση σήματος

Το άρθρο 107η

1. Όσον αφορά φάρμακα που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, οι εθνικές αρμόδιες αρχές, σε συνεργασία με τον Οργανισμό, λαμβάνει τα ακόλουθα μέτρα:

(Α) παρακολουθούν τα αποτελέσματα των μέτρων ελαχιστοποίησης του κινδύνου που περιλαμβάνονται στα σχέδια διαχείρισης των κινδύνων και των όρων που αναφέρονται στα άρθρα 21α, 22 ή 22α?

(Β) αξιολογούν τις επικαιροποιήσεις του συστήματος διαχείρισης του κινδύνου?

(Γ) παρακολουθούν τα στοιχεία της βάσης δεδομένων Eudravigilance, ώστε να προσδιοριστεί κατά πόσον υπάρχουν νέοι κίνδυνοι ή αν οι κίνδυνοι έχουν αλλάξει και εάν οι κίνδυνοι αυτοί αντίκτυπο στο ισοζύγιο κινδύνου-οφέλους.

2. Η επικινδυνότητας στο Επιτροπή Αξιολόγησης πραγματοποιεί την αρχική ανάλυση και την ιεράρχηση των σημάτων των νέων κινδύνων ή των κινδύνων που έχουν αλλάξει ή αλλαγές στη σχέση κινδύνου-οφέλους. Όταν κρίνει ότι οι ενέργειες παρακολούθησης μπορεί να είναι απαραίτητο, την αξιολόγηση των εν λόγω σημάτων καθώς και συμφωνία για την ανάληψη κάθε δράσης σχετικά με την άδεια κυκλοφορίας στην αγορά πρέπει να διεξάγεται σε μια χρονική κλίμακα ανάλογη με το μέγεθος και τη σοβαρότητα του θέματος.

3. Ο Οργανισμός και οι αρμόδιες εθνικές αρχές και τον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας ενημερώνει ο ένας τον άλλον σε περίπτωση νέων κινδύνων ή των κινδύνων που έχουν αλλάξει ή αλλαγές στη σχέση κινδύνου-οφέλους να έχει εντοπιστεί.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας ενημερώνουν τον Οργανισμό και τις αρμόδιες εθνικές αρχές σε περίπτωση νέων κινδύνων ή των κινδύνων που έχουν αλλάξει ή όταν οι αλλαγές στο ισοζύγιο κινδύνου-οφέλους που έχουν ανιχνευθεί.

Τμήμα 4

Κατεπείγον Ένωσης

Το άρθρο 107θ

1. Ένα κράτος μέλος ή η Επιτροπή, κατά περίπτωση, κινεί τη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν τμήμα, ενημερώνοντας τα άλλα κράτη μέλη, τον Οργανισμό και την Επιτροπή κατά την ανάληψη επείγουσας δράσης θεωρείται αναγκαία, ως αποτέλεσμα της αξιολόγησης των δεδομένων που προκύπτουν από τη φαρμακοεπαγρύπνηση δραστηριότητες, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(Α) εξετάζει το ενδεχόμενο αναστολής ή ανάκλησης άδειας κυκλοφορίας?

(Β) εξετάζει το ενδεχόμενο απαγόρευσης της προμήθειας ενός φαρμάκου?

(Γ) εξετάζει το ενδεχόμενο άρνησης της ανανέωσης της άδειας κυκλοφορίας?

(Δ) ενημερώνεται από τον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας ότι, με βάση τις ανησυχίες για την ασφάλεια, διέκοψε τη διάθεση στην αγορά ενός φαρμακευτικού προϊόντος ή έλαβε μέτρα για να έχουν άδεια κυκλοφορίας αποσυρθεί, ή ότι προτίθεται να το πράξει ?

(Ε) θεωρεί ότι μια νέα αντένδειξη, η μείωση της συνιστώμενης δόσης ή ο περιορισμός των ενδείξεων είναι απαραίτητα.

Ο Οργανισμός ελέγχει εάν η ανησυχία για την ασφάλεια αφορά τα φάρμακα που προορίζονται διαφορετικό από εκείνο που καλύπτεται από τις πληροφορίες, ή αν είναι κοινή σε όλα τα προϊόντα που ανήκουν στην ίδια σειρά ή μια θεραπευτική κατηγορία.

Σε περίπτωση που το φαρμακευτικό προϊόν που εμπλέκονται κυκλοφορεί σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, ο Οργανισμός χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση την πρωτοβουλία της διαδικασίας για το αποτέλεσμα της επαλήθευσης αυτής, καθώς και τις διαδικασίες που προβλέπονται στα άρθρα 107j και 107ια εφαρμόζονται. Σε αντίθετη περίπτωση, η ανησυχία για την ασφάλεια πρέπει να αντιμετωπιστούν από το οικείο κράτος μέλος. Ο Οργανισμός ή το κράτος μέλος, ανάλογα με την περίπτωση, θέτει τις πληροφορίες ότι η διαδικασία έχει ξεκινήσει στη διάθεση των κατόχων της άδειας κυκλοφορίας.

2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, και των άρθρων 107j και 107k, ένα κράτος μέλος μπορεί, όταν επείγουσα δράση είναι απαραίτητη για την προστασία της δημόσιας υγείας, να αναστέλλει την άδεια κυκλοφορίας και απαγορεύουν τη χρήση του φαρμακευτικού προϊόντος στο έδαφός της, έως ότου ληφθεί οριστική απόφαση, που εγκρίθηκε. Ενημερώνει την Επιτροπή, τον Οργανισμό και τα άλλα κράτη μέλη, το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα για τους λόγους της ενέργειάς του.

3. Σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας που προβλέπεται στα άρθρα 107j να 107ια, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από τα κράτη μέλη στα οποία το φάρμακο έχει εγκριθεί για να λάβουν αμέσως προσωρινά μέτρα.

Όταν το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας, όπως καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, περιλαμβάνει τα φάρμακα που εγκρίνονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 726/2004, η Επιτροπή δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας που κινήθηκε δυνάμει του άρθρου αυτού, λαμβάνει αμέσως προσωρινά μέτρα σε σχέση με τις άδειες κυκλοφορίας.

4. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο μπορεί να αφορούν μεμονωμένα φάρμακα ή φάσμα φαρμάκων ή μια θεραπευτική κατηγορία.

Αν ο Οργανισμός διαπιστώνει ότι η ανησυχία για την ασφάλεια αφορά περισσότερα φάρμακα από εκείνα που καλύπτονται από τις πληροφορίες ή ότι είναι κοινό για όλα τα φαρμακευτικά προϊόντα που ανήκουν στην ίδια σειρά ή μια θεραπευτική κατηγορία, πρέπει να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας ανάλογα.

Όταν το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας που κινήθηκε δυνάμει του παρόντος άρθρου αφορά σειρά φαρμάκων ή μια θεραπευτική κατηγορία, τα φάρμακα που εγκρίνονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 726/2004 που ανήκουν στο εν λόγω σειρά ή κατηγορία περιλαμβάνονται επίσης στη διαδικασία.

5. Κατά τη στιγμή της τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το κράτος μέλος θέτει στη διάθεση του Οργανισμού όλες τις σχετικές επιστημονικές πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της και οποιαδήποτε αξιολόγηση από το κράτος μέλος.

Το άρθρο 107j

1. Μετά την παραλαβή των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 107θ (1), ο Οργανισμός αναγγέλλει δημοσίως την έναρξη της διαδικασίας με τη βοήθεια του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων δικτυακής πύλης. Παράλληλα, τα κράτη μέλη μπορούν να ανακοινώνουν δημόσια την κίνηση στις εθνικές τα φάρμακά τους δικτυακές πύλες.

Η ανακοίνωση διευκρινίζει το θέμα που υποβάλλονται στον Οργανισμό, σύμφωνα με το άρθρο 107θ, και τα φαρμακευτικά προϊόντα και, κατά περίπτωση, οι σχετικές δραστικές ουσίες. Η έκθεση αυτή περιέχει πληροφορίες σχετικά με το δικαίωμα των κατόχων της άδειας κυκλοφορίας, οι επαγγελματίες υγείας και το κοινό να υποβάλει στον Οργανισμό πληροφορίες σχετικά με τη διαδικασία και αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο οι πληροφορίες αυτές μπορούν να υποβληθούν.

2. Η επικινδυνότητας στο επιτροπή αξιολόγησης αξιολογεί το θέμα που έχει υποβληθεί στον Οργανισμό, σύμφωνα με το άρθρο 107θ. Ο εισηγητής συνεργάζεται στενά με τον εισηγητή που διορίζονται από την Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση και του κράτους μέλους αναφοράς για το εν λόγω φαρμάκων.

Για τους σκοπούς της εκτίμησης αυτής, ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας δύναται να υποβάλει γραπτώς τις παρατηρήσεις τους.

Σε περίπτωση που το επείγον του θέματος αδειών, η Κινδύνου Φαρμακοεπαγρύπνησης Επιτροπή Αξιολόγησης δύναται να διεξαγάγει δημόσιες ακροάσεις, όταν κρίνει ότι αυτό είναι κατάλληλο αυτό αιτιολογείται για λόγους ιδίως όσον αφορά την έκταση και τη σοβαρότητα των προβλημάτων ασφάλειας. Οι ακροάσεις είναι σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται από τον Οργανισμό και θα ανακοινωθεί μέσω του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων δικτυακής πύλης. Η ανακοίνωση καθορίζει τις λεπτομέρειες της συμμετοχής.

Στη δημόσια ακρόαση, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη πρέπει να δίνεται η θεραπευτική δράση του φαρμακευτικού προϊόντος.

Ο Οργανισμός, σε διαβούλευση με τα ενδιαφερόμενα μέρη, συντάσσει Κανονισμού σχετικά με την οργάνωση και τη διεξαγωγή των δημόσιων ακροάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 78 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004.

Σε περίπτωση που ένας κάτοχος άδειας κυκλοφορίας ή άλλο πρόσωπο που επιθυμεί να υποβάλει πληροφορίες εμπιστευτικών δεδομένων σχετικών με το αντικείμενο της διαδικασίας, μπορεί να ζητήσει άδεια για να παρουσιάσει τα δεδομένα με τον κίνδυνο Φαρμακοεπαγρύπνησης Επιτροπή Αξιολόγησης σε μια μη δημόσια ακρόαση.

3. Εντός 60 ημερών από την υποβολή των πληροφοριών, της επικινδυνότητας στο Επιτροπή Αξιολόγησης προβαίνει σε σύσταση, αναφέροντας τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη θεραπευτική δράση του φαρμακευτικού προϊόντος.Η σύσταση πρέπει να αναφέρει τις αποκλίνουσες απόψεις και τους λόγους στους οποίους βασίζονται. Σε επείγουσες περιπτώσεις, και με βάση μια πρόταση από τον πρόεδρό της, ο επικινδυνότητας στο επιτροπή αξιολόγησης μπορεί να αποφασίσει σύντμηση της προθεσμίας. Η σύσταση περιέχει κάποιο ή ένα συνδυασμό από τα ακόλουθα συμπεράσματα:

(Α) δεν απαιτείται περαιτέρω αξιολόγηση ή απαιτείται δράση στο επίπεδο της Ένωσης?

(Β) ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας διενεργεί περαιτέρω αξιολόγηση των στοιχείων παράλληλα με την παρακολούθηση των αποτελεσμάτων αυτής της αξιολόγησης?

(Γ) ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας ζητεί τη διενέργεια μετεγκριτικής μελέτης ασφαλείας, μαζί με τη συνέχεια της αξιολόγησης των αποτελεσμάτων της μελέτης?

(Δ) τα κράτη μέλη ή κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας θα πρέπει να εφαρμόζουν μέτρα ελαχιστοποίησης του κινδύνου?

(Ε) η άδεια κυκλοφορίας πρέπει να ανασταλεί, ανακληθεί ή δεν ανανεωθεί?

(Στ) η άδεια κυκλοφορίας θα πρέπει να είναι ποικίλες.

Για τους σκοπούς του σημείου (δ) του πρώτου εδαφίου, η σύσταση καθορίζει τα μέτρα ελαχιστοποίησης του κινδύνου που συνιστά και τυχόν όρους ή περιορισμούς στους οποίους η άδεια κυκλοφορίας θα πρέπει να υπόκειται.

Όταν, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο (στ) του πρώτου εδαφίου, συνιστάται να αλλάξει ή να προσθέσει πληροφορίες στην περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος ή την επισήμανση ή το φύλλο οδηγιών, η σύσταση προτείνει τη διατύπωση των εν λόγω προσθήκη ή την τροποποίηση πληροφοριών και όπου στην περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος, την επισήμανση ή το φύλλο οδηγιών τέτοια διατύπωση θα πρέπει να τοποθετηθεί.

Άρθρο 107ια

1. Όταν το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 107θ (4), δεν περιλαμβάνει καμία άδεια κυκλοφορίας που χορηγείται σύμφωνα με την κεντρική διαδικασία που προβλέπεται στο κεφάλαιο 1 του τίτλου ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004, η ομάδα συντονισμού, εντός 30 ημερών από την παραλαβή της σύστασης της Επιτροπής Αξιολόγησης Κινδύνου φαρμακοεπαγρύπνησης, εξετάζει τη σύσταση και να φτάσει σε θέση για τη διατήρηση, την τροποποίηση, αναστολή, ανάκληση ή την άρνηση ανανέωσης των οικείων αδειών κυκλοφορίας, συμπεριλαμβανομένου του χρονοδιαγράμματος για την υλοποίηση των συμφωνηθέντων θέση. Όταν μια επείγουσα έγκριση της θέσης είναι απαραίτητη, και με βάση μια πρόταση από τον πρόεδρό της, η ομάδα συντονισμού μπορεί να αποφασίσει σύντμηση της προθεσμίας.

2. Εάν, εντός της ομάδας συντονισμού, τα κράτη μέλη εκπροσωπούνται καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με τη δράση που πρέπει να λαμβάνονται με συναίνεση, ο πρόεδρος καταγράφει τη συμφωνία και την αποστέλλει στον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας και των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τη διατήρηση, τροποποίηση, αναστολή, ανάκληση ή την άρνηση ανανέωσης της άδειας κυκλοφορίας, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής που καθορίζεται στη συμφωνία.

Σε περίπτωση που μια παραλλαγή έχει συμφωνηθεί, ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας υποβάλλει στις αρμόδιες εθνικές αρχές την κατάλληλη αίτηση για τροποποίηση, συμπεριλαμβανομένης μια ενημερωμένη περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος και το φύλλο οδηγιών εντός του καθορισμένου χρονοδιαγράμματος για την εφαρμογή.

Εάν μια συμφωνία με συναίνεση δεν μπορεί να επιτευχθεί, η θέση της πλειοψηφίας των κρατών μελών που εκπροσωπούνται στο πλαίσιο της ομάδας συντονισμού διαβιβάζονται στην Επιτροπή η οποία εφαρμόζει τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 33 και 34.Ωστόσο, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 34 (1), τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 121 (2) εφαρμόζεται.

Σε περίπτωση που η συμφωνία στην οποία κατέληξαν τα κράτη μέλη που εκπροσωπούνται στο πλαίσιο της ομάδας συντονισμού ή τη θέση της πλειοψηφίας των κρατών μελών που εκπροσωπούνται στο πλαίσιο της ομάδας συντονισμού διαφέρει από τη σύσταση της Επικινδυνότητας Επιτροπή Αξιολόγησης, η ομάδα συντονισμού επισυνάπτει στη συμφωνία ή θέση της πλειοψηφίας λεπτομερή επεξήγηση των επιστημονικών λόγων για τις διαφορές μαζί με τη σύσταση.

3. Όταν το πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 107θ (4), περιλαμβάνει τουλάχιστον μία άδεια κυκλοφορίας που χορηγείται σύμφωνα με την κεντρική διαδικασία που προβλέπεται στο κεφάλαιο 1 του τίτλου ΙΙ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004, η Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση, εντός 30 ημερών από την παραλαβή της σύστασης της Επιτροπής Αξιολόγησης Κινδύνου φαρμακοεπαγρύπνησης, εξετάζει τη σύσταση και εκδίδει γνώμη σχετικά με τη διατήρηση, την τροποποίηση, αναστολή, ανάκληση ή την άρνηση ανανέωσης των οικείων αδειών κυκλοφορίας . Όταν μια επείγουσα έγκριση της γνώμης είναι απαραίτητη, και με βάση μια πρόταση από τον πρόεδρό της, η Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση μπορεί να αποφασίσει σύντμηση της προθεσμίας.

Σε περίπτωση που η γνώμη της Επιτροπής Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση διαφέρει από τη σύσταση της Επιτροπής Αξιολόγησης Κινδύνου Φαρμακοεπαγρύπνησης, η Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση επισυνάπτει στη γνώμη της λεπτομερή επεξήγηση των επιστημονικών λόγων για τις διαφορές σε συνδυασμό με τη σύσταση .

4. Με βάση τη γνώμη της Επιτροπής Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση που αναφέρεται στην παράγραφο 3, η Επιτροπή:

(Α) εγκρίνει απόφαση που απευθύνεται στα κράτη μέλη σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σε σχέση με τις άδειες κυκλοφορίας που χορηγούνται από τα κράτη μέλη και που υπόκεινται στη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν τμήμα? Και

(Β) όταν η γνώμη είναι ότι η ρυθμιστική δράση είναι απαραίτητη, να λάβει απόφαση για τροποποίηση, αναστολή, ανάκληση ή την άρνηση ανανέωσης των αδειών κυκλοφορίας που χορηγούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 726/2004 και με την επιφύλαξη της διαδικασίας που προβλέπεται στο παρόν τμήμα.

Τα άρθρα 33 και 34 της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται στην έκδοση της απόφασης που αναφέρεται στο σημείο (α) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου και στην εφαρμογή της από τα κράτη μέλη. Ωστόσο, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 34 (1) της παρούσας οδηγίας, η διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 121 (2), εφαρμόζονται.

Το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004 εφαρμόζεται στην απόφαση που αναφέρεται στο σημείο (β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου. Ωστόσο, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 10 (2) του εν λόγω κανονισμού, η διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 87 (2), εφαρμόζονται. Σε περίπτωση που η Επιτροπή εγκρίνει τέτοια απόφαση, μπορεί επίσης να εκδώσει απόφαση που απευθύνεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 127α της παρούσας οδηγίας.

Τμήμα 5

Δημοσίευση των αξιολογήσεων

Το άρθρο 107ιβ

Ο Οργανισμός δημοσιοποιεί τα τελικά συμπεράσματα αξιολόγησης, συστάσεις, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις που αναφέρονται στα άρθρα 107β έως 107ια με τη βοήθεια του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων δικτυακής πύλης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Επίβλεψη των μετεγκριτικών μελετών ασφάλειας

Άρθρο 107m

1. Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται σε μη παρεμβατικές μετεγκριτικές μελέτες ασφάλειας που ξεκινούν, διαχειρίζεται ή χρηματοδοτεί ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας εθελοντικά ή σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 21α ή 22α, και τα οποία περιλαμβάνουν τη συλλογή των δεδομένων ασφαλείας από τους ασθενείς ή την υγειονομική περίθαλψη επαγγελματίες.

2. Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των εθνικών και κοινοτικών απαιτήσεων για την εξασφάλιση της ευημερίας και των δικαιωμάτων των συμμετεχόντων σε μη παρεμβατικές μετεγκριτικές μελέτες ασφάλειας.

3. Οι μελέτες δεν διενεργούνται όταν η πράξη της τη διεξαγωγή της μελέτης προωθεί τη χρήση του φαρμάκου.

4. Πληρωμές σε επαγγελματίες υγείας για συμμετοχή σε μη παρεμβατικές μετεγκριτικές μελέτες ασφαλείας πρέπει να περιορίζεται στην αποζημίωση για το χρόνο και τις δαπάνες.

5. Η αρμόδια εθνική αρχή μπορεί να απαιτεί από τον κάτοχο άδειας κυκλοφορίας να υποβάλει το πρωτόκολλο και τις εκθέσεις προόδου στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία η μελέτη διεξάγεται.

6. Ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας διαβιβάζει την τελική έκθεση στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία η μελέτη έχει διεξαχθεί εντός 12 μηνών από τη λήξη της συλλογής δεδομένων.

7. Ενώ μια μελέτη που διεξάγεται, ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας ελέγχει τα δεδομένα που δημιουργούνται και να εξετάσει τις επιπτώσεις της για τη σχέση κινδύνου-οφέλους του οικείου φαρμάκου.

Κάθε νέα πληροφορία που μπορεί να επηρεάσει την αξιολόγηση της σχέσης κινδύνου-οφέλους του φαρμάκου κοινοποιούνται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 23.

Η υποχρέωση που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο δεν θίγει τις πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των μελετών που ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας θέτει στη διάθεση του κοινού μέσω των εκθέσεων περιοδικής παρακολούθησης ασφαλείας, όπως ορίζεται στο άρθρο 107β.

8. Άρθρων 107ιδ έως 107ιζ ισχύουν αποκλειστικά για τις μελέτες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι οποίες διεξάγονται σύμφωνα με μια υποχρέωση που επιβάλλεται σύμφωνα με τα άρθρα 21α ή 22α.

Άρθρο 107ιδ

1. Πριν από μια μελέτη που διεξάγεται, ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας πρέπει να υποβάλει σχέδιο πρωτοκόλλου της επικινδυνότητας στο επιτροπή αξιολόγησης, εκτός από τις μελέτες που θα διεξαχθεί σε ένα μόνο κράτος μέλος το οποίο ζητά τη μελέτη, σύμφωνα με το άρθρο 22α. Για αυτές τις μελέτες, ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας υποβάλλει ένα σχέδιο πρωτοκόλλου στην αρμόδια εθνική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο η μελέτη διεξάγεται.

2. Εντός 60 ημερών από την υποβολή του σχεδίου του πρωτοκόλλου της αρμόδιας εθνικής αρχής ή της επικινδυνότητας στο επιτροπή αξιολόγησης, ανάλογα με την περίπτωση, εκδίδει:

(Α) επιστολή επικυρώνει το σχέδιο πρωτοκόλλου?

(Β) επιστολή της ένστασης, το οποίο εκθέτει λεπτομερώς τους λόγους της ένστασης, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(I) κρίνει ότι η διενέργεια της μελέτης προωθεί τη χρήση του φαρμάκου?

(Ii) αν θεωρεί ότι ο σχεδιασμός της μελέτης δεν πληροί τους στόχους της μελέτης? Ή

(Γ) επιστολή κοινοποίησης στον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας ότι η μελέτη είναι κλινική δοκιμή που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2001/20/ΕΚ.

3. Η μελέτη μπορεί να αρχίσει μόνο όταν η γραπτή έγκριση από την αρμόδια εθνική αρχή ή ο κίνδυνος Φαρμακοεπαγρύπνησης επιτροπή αξιολόγησης, ανάλογα με την περίπτωση, έχει εκδοθεί.

Όταν μια υποστηρικτική επιστολή, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 (α) έχει εκδοθεί, ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας διαβιβάζει το πρωτόκολλο στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία η μελέτη πρόκειται να διεξαχθεί και μπορεί να αρχίσει στη συνέχεια η μελέτη σύμφωνα με την το θεωρημένο πρωτόκολλο.

Άρθρο 107ιε

Μετά από μια μελέτη που έχει αρχίσει, σημαντικές τροποποιήσεις στο πρωτόκολλο υποβάλλεται, πριν από την εφαρμογή τους, στην αρμόδια εθνική αρχή ή στον κίνδυνο Φαρμακοεπαγρύπνησης επιτροπή αξιολόγησης, ανάλογα με την περίπτωση. Η αρμόδια εθνική αρχή ή ο κίνδυνος Φαρμακοεπαγρύπνησης επιτροπή αξιολόγησης, ανάλογα με την περίπτωση, αξιολογεί τις τροποποιήσεις και ενημερώνει τον κάτοχο άδειας κυκλοφορίας της επικύρωσης ή της ένστασης του. Ανάλογα με την περίπτωση, ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας ενημερώνει τα κράτη μέλη στα οποία η μελέτη που διεξάγεται.

Το άρθρο 107p

1. Με την ολοκλήρωση της μελέτης, η τελική έκθεση της μελέτης θα υποβληθεί στην αρμόδια εθνική αρχή ή ο κίνδυνος Φαρμακοεπαγρύπνησης επιτροπή αξιολόγησης εντός 12 μηνών από τη λήξη της συλλογής δεδομένων, εκτός εάν γραπτή έχει χορηγηθεί εξαίρεση από την αρμόδια εθνική αρχή ή την εκτίμηση της επικινδυνότητας στο Επιτροπή, ανάλογα με την περίπτωση.

2. Ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας πρέπει να αξιολογήσει κατά πόσον τα αποτελέσματα της μελέτης έχουν αντίκτυπο στην άδεια κυκλοφορίας και, εφόσον είναι αναγκαίο, υποβάλλει στις αρμόδιες εθνικές αρχές αίτηση για την τροποποίηση της άδειας κυκλοφορίας.

3. Μαζί με την τελική έκθεση της μελέτης, ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας υποβάλλει ηλεκτρονικώς περίληψη των αποτελεσμάτων της μελέτης στην αρμόδια εθνική αρχή ή ο κίνδυνος Φαρμακοεπαγρύπνησης Επιτροπή Αξιολόγησης.

Άρθρο 107ιζ

1. Με βάση τα αποτελέσματα της μελέτης και μετά από διαβούλευση με τον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας, ο επικινδυνότητας στο Επιτροπή Αξιολόγησης δύναται να διατυπώνει συστάσεις σχετικά με τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας, αναφέροντας τους λόγους στους οποίους βασίζεται. Οι συστάσεις που θα αναφέρει τις αποκλίνουσες απόψεις και τους λόγους στους οποίους βασίζονται.

2. Όταν οι συστάσεις για την τροποποίηση, αναστολή ή ανάκληση της άδειας κυκλοφορίας πραγματοποιούνται για φάρμακο που έχει εγκριθεί από τα κράτη μέλη σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη που εκπροσωπούνται στην ομάδα συντονισμού καταρτίζει μια θέση για το θέμα, λαμβάνοντας υπόψη τη σύσταση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και θα περιλαμβάνει ένα χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή της συμφωνηθείσας θέσης.

Εάν, εντός της ομάδας συντονισμού, τα κράτη μέλη εκπροσωπούνται καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με τη δράση που πρέπει να λαμβάνονται με συναίνεση, ο πρόεδρος καταγράφει τη συμφωνία και την αποστέλλει στον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας και των κρατών μελών. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για την τροποποίηση, την αναστολή ή την ανάκληση της άδειας κυκλοφορίας, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής που καθορίζεται στη συμφωνία.

Σε περίπτωση που μια παραλλαγή έχει συμφωνηθεί, ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας υποβάλλει στις αρμόδιες εθνικές αρχές την κατάλληλη αίτηση για τροποποίηση, συμπεριλαμβανομένης μια ενημερωμένη περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος και το φύλλο οδηγιών εντός του καθορισμένου χρονοδιαγράμματος για την εφαρμογή.

Η συμφωνία θα πρέπει να δημοσιοποιούνται σχετικά με την Ευρωπαϊκή φάρμακα δικτυακή πύλη που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 26 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004.

Εάν μια συμφωνία με συναίνεση δεν μπορεί να επιτευχθεί, η θέση της πλειοψηφίας των κρατών μελών που εκπροσωπούνται στο πλαίσιο της ομάδας συντονισμού διαβιβάζονται στην Επιτροπή, η οποία εφαρμόζει τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 33 και 34.

Σε περίπτωση που η συμφωνία στην οποία κατέληξαν τα κράτη μέλη που εκπροσωπούνται στο πλαίσιο της ομάδας συντονισμού ή τη θέση της πλειοψηφίας των κρατών μελών διαφέρει από τη σύσταση της Επικινδυνότητας Επιτροπή Αξιολόγησης, η ομάδα συντονισμού αποδίδουν στην θέση συμφωνία ή πλειοψηφία μια λεπτομερή επεξήγηση των επιστημονικών λόγοι για τις διαφορές μαζί με τη σύσταση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Η εφαρμογή, η αντιπροσωπεία και Προσανατολισμού

Το άρθρο 108

Για την εναρμόνιση των επιδόσεων των δραστηριοτήτων φαρμακοεπαγρύπνησης που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία, η Επιτροπή θεσπίζει εκτελεστικά μέτρα στους ακόλουθους τομείς για τους οποίους οι δραστηριότητες φαρμακοεπαγρύπνησης που προβλέπεται στο άρθρο 8 (3), και στα άρθρα 101, 104, 104 Α, 107 , 107α, 107β, 107η, 107ιδ και 107p:

(Α) το περιεχόμενο και τη συντήρηση του μόνιμου φακέλου του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης που τηρείται από τον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας?

(Β) τις ελάχιστες απαιτήσεις για το σύστημα ποιότητας για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων φαρμακοεπαγρύπνησης από τις εθνικές αρμόδιες αρχές και τον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας?

(Γ) τη χρήση διεθνώς συμφωνημένων ορολογίας, μορφοτύπων και προτύπων για την άσκηση των δραστηριοτήτων φαρμακοεπαγρύπνησης?

(Δ) τις ελάχιστες απαιτήσεις για την παρακολούθηση των δεδομένων στη βάση δεδομένων Eudravigilance, ώστε να προσδιοριστεί κατά πόσον υπάρχουν νέοι κίνδυνοι ή αν οι κίνδυνοι έχουν αλλάξει?

(Ε) τη μορφή και το περιεχόμενο της ηλεκτρονικής διαβίβασης των ύποπτων ανεπιθύμητων ενεργειών από τα κράτη μέλη και τον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας?

(Στ) τη μορφή και το περιεχόμενο των ηλεκτρονικών επικαιροποιημένων περιοδικών εκθέσεων για την ασφάλεια και τα σχέδια διαχείρισης των κινδύνων?

(Ζ) το μορφότυπο των πρωτοκόλλων, των περιλήψεων και των τελικών εκθέσεων σχετικά με τις μετεγκριτικές μελέτες ασφάλειας.

Τα μέτρα αυτά λαμβάνουν υπόψη τις εργασίες για τη διεθνή εναρμόνισης που διεξάγονται στον τομέα της φαρμακοεπαγρύπνησης και, όπου είναι αναγκαίο, να αναθεωρηθούν ώστε να ληφθεί υπόψη η τεχνική και επιστημονική πρόοδο. Τα εν λόγω μέτρα θεσπίζονται σύμφωνα με την κανονιστική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 121 (2).

Το άρθρο 108α

Προκειμένου να διευκολυνθεί η εκτέλεση των δραστηριοτήτων φαρμακοεπαγρύπνησης εντός της Ένωσης, ο Οργανισμός, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη, καταρτίζει:

(Α) καθοδήγηση σχετικά με τις ορθές πρακτικές φαρμακοεπαγρύπνησης για τα δύο αρμόδιες αρχές και τους κατόχους άδειας κυκλοφορίας?

(Β) την επιστημονική καθοδήγηση σχετικά με τις μελέτες σχετικά με την αποτελεσματικότητα.

Το άρθρο 108β

Η Επιτροπή δημοσιοποιεί την έκθεση σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων φαρμακοεπαγρύπνησης από τα κράτη μέλη στις 21 Ιουλίου 2015 το αργότερο και στη συνέχεια κάθε 3 έτη. «.

21. Το άρθρο 111 τροποποιείται ως εξής:

(Α) Η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

(I) το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους, σε συνεργασία με τον Οργανισμό, ώστε οι νομικές απαιτήσεις που διέπουν τα φαρμακευτικά προϊόντα τηρούνται, με τη βοήθεια επιθεωρήσεων, εάν απαιτείται, αιφνιδιαστικές, και, ενδεχομένως, ζητώντας από επίσημο εργαστήριο ελέγχου φαρμάκων ή από εργαστήριο που έχει οριστεί για το σκοπό αυτό τη διενέργεια ελέγχων επί δειγμάτων. Η συνεργασία συνίσταται σε ανταλλαγή πληροφοριών με τον Οργανισμό και στις δύο επιθεωρήσεων που έχουν προγραμματιστεί και που έχουν διεξαχθεί. κράτη μέλη και ο Οργανισμός συνεργάζονται για το συντονισμό των επιθεωρήσεων σε τρίτες χώρες «.?

(Ii) στο πέμπτο εδάφιο, στοιχείο (δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«(Δ) να επιθεωρούν τις εγκαταστάσεις, τα αρχεία, τα έγγραφα και φαρμακοεπαγρύπνησης μόνιμο φάκελο του συστήματος του κατόχου της άδειας κυκλοφορίας ή κάθε επιχείρησης στην οποία ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας να εκτελεί τις δραστηριότητες που περιγράφονται στον τίτλο IX.»?

(Β) Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3. Ύστερα από κάθε επιθεώρηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η αρμόδια αρχή έκθεση σχετικά με το εάν το επιθεωρούμενο οντότητα συμμορφώνεται με τις αρχές και τις κατευθυντήριες γραμμές της ορθής παρασκευαστικής πρακτικής και ορθών πρακτικών διανομής που αναφέρονται στα άρθρα 47 και 84, ή αν ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον τίτλο IX.

Η αρμόδια αρχή που διενήργησε την επιθεώρηση κοινοποιεί το περιεχόμενο των εν λόγω εκθέσεων στον έλεγχο οντότητα.

Πριν από την έκδοση της έκθεσης, η αρμόδια αρχή προβαίνει στην επιθεώρηση όργανο το οποίο αφορά τη δυνατότητα να υποβάλουν τις παρατηρήσεις «.?

(Γ) Η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7. Εάν το αποτέλεσμα του ελέγχου που αναφέρονται στα σημεία (α), (β) και (γ) της παραγράφου 1 ή το αποτέλεσμα της επιθεώρησης των διανομέας των φαρμακευτικών προϊόντων ή δραστικών ουσιών ή ο κατασκευαστής των εκδόχων που χρησιμοποιούνται ως πρώτες ύλες είναι ότι η επιθεώρηση οντότητα δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της νομοθεσίας ή / και τις αρχές και τις κατευθυντήριες γραμμές ορθής παρασκευαστικής πρακτικής ή ορθών πρακτικών διανομής όπως προβλέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, οι πληροφορίες πρέπει να καταχωρούνται στη βάση δεδομένων της Ένωσης, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 6 «.?

(Δ) προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«8. Εάν το αποτέλεσμα του ελέγχου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 (δ) είναι ότι ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας δεν συμμορφώνεται με το σύστημα φαρμακοεπαγρύπνησης, όπως περιγράφεται στο μόνιμο φάκελλο του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης και με τον τίτλο IX, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους ενδιαφερόμενα μέλη θέτουν οι ελλείψεις σε γνώση του κατόχου της άδειας κυκλοφορίας και του δίνει την ευκαιρία να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους.

Στην περίπτωση αυτή το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ενημερώνει τα άλλα κράτη μέλη, τον Οργανισμό και την Επιτροπή.

Ανάλογα με την περίπτωση, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας υπόκειται σε αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις. «.

22. Το άρθρο 116 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 116

Οι αρμόδιες αρχές αναστέλλουν, ανακαλούν ή τροποποιούν μια άδεια κυκλοφορίας, όταν κρίνεται ότι το φάρμακο είναι επιβλαβές ή ότι η θεραπευτική ενέργεια είναι ανύπαρκτη ή ότι η σχέση κινδύνου-οφέλους δεν είναι ευνοϊκή, ή ότι η ποιοτική και ποσοτική σύνθεση δεν είναι όπως έχει δηλωθεί. Η θεραπευτική αποτελεσματικότητα πρέπει να θεωρείται ότι είναι ανύπαρκτη, όταν εξάγεται το συμπέρασμα ότι τα θεραπευτικά αποτελέσματα δεν μπορούν να ληφθούν από το φαρμακευτικό προϊόν.

Η άδεια κυκλοφορίας μπορεί επίσης να ανασταλεί, ανακληθεί ή τροποποιείται όταν τα στοιχεία που υποστηρίζουν την αίτηση, όπως προβλέπεται στα άρθρα 8, 10 ή 11, είναι λανθασμένα ή δεν έχουν τροποποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 23, ή όταν τυχόν όροι που αναφέρονται στα άρθρα 21α, 22 ή 22α δεν έχουν ικανοποιηθεί ή όταν οι έλεγχοι που αναφέρονται στο άρθρο 112 δεν έχουν πραγματοποιηθεί. «.

23. Το άρθρο 117 τροποποιείται ως εξής:

(Α) Η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

(I) σημείο (α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«(Α) το φάρμακο είναι επιβλαβές? Ή»?

(Ii) το στοιχείο (γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«(Γ) η σχέση κινδύνου-οφέλους δεν είναι ευνοϊκή? Ή»?

(Β) προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3. Η αρμόδια αρχή μπορεί, για ένα φαρμακευτικό προϊόν για το οποίο η προσφορά έχει απαγορευθεί ή που έχει αποσυρθεί από την αγορά σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, σε εξαιρετικές περιστάσεις κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, επιτρέπουν την προμήθεια του φαρμακευτικού προϊόντος για να ασθενείς που είναι ήδη σε θεραπεία με το φάρμακο. «.

24. Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 121α

1. Η εξουσία έκδοσης κατ “εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 22β ανατίθενται στην Επιτροπή για περίοδο 5 ετών από 20 Ιανουαρίου 2011. Η Επιτροπή συντάσσει έκθεση σχετικά με τις εξουσιοδοτήσεις το αργότερο 6 μήνες πριν από τη λήξη της περιόδου 5 ετών. Η εξουσιοδότηση παρατείνεται αυτομάτως για περιόδους της ίδιας διάρκειας, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο την ανακαλέσουν σύμφωνα με το άρθρο 121β.

2. Μόλις εκδώσει μια κατ “εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

3. Η εξουσία έκδοσης κατ “εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 121β και 121c.

Το άρθρο 121β

1. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 22β μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο.

2. Το θεσμικό όργανο που έχει κινήσει εσωτερική διαδικασία για να αποφασίσει εάν θα ανακληθεί η ανάθεση εξουσίας προσπαθεί να ενημερώσει το άλλο θεσμικό όργανο και την Επιτροπή εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης, αναφέροντας τις εξουσιοδοτήσεις που ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο ανάκλησης και τις πιθανές λόγους της ανάκλησης.

3. Η απόφαση ανάκλησης θέτει τέλος στην ανάθεση εξουσιών που προσδιορίζονται στην παρούσα απόφαση. Τίθεται σε ισχύ αμέσως ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που καθορίζεται σε αυτήν. Δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των κατ “εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη. Η απόφαση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το άρθρο 121c

1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο μπορούν να αντιταχθούν σε μια κατ “εξουσιοδότηση πράξη εντός 2 μηνών από την ημερομηνία της κοινοποίησης.

Με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά 2 μήνες.

2. Εάν, κατά τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο έχουν αντιταχθεί στην κατ “εξουσιοδότηση πράξη, αυτή δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία που προβλέπει.

Η κατ “εξουσιοδότηση πράξη μπορεί να δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και να τεθεί σε ισχύ πριν από τη λήξη της περιόδου αυτής, εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν αμφότερα ενημερώσει την Επιτροπή για την πρόθεσή τους να μην εγείρει αντιρρήσεις.

3. Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο αντιταχθούν στην κατ “εξουσιοδότηση πράξης εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, αυτή δεν τίθεται σε ισχύ. Το θεσμικό όργανο που προβάλλει αντιρρήσεις εκθέτει τους λόγους για τους οποίους αντιτίθεται στην κατ “εξουσιοδότηση πράξη. «.

25. Άρθρο 122 (2) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Ύστερα από αιτιολογημένη αίτηση, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν ηλεκτρονικά τις εκθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 111 (3) στις αρμόδιες αρχές του άλλου κράτους μέλους ή στον Οργανισμό.».

26. Το άρθρο 123 (4) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4. Ο Οργανισμός δημοσιοποιεί κάθε χρόνο κατάλογο των φαρμάκων για τα οποία έχουν άδεια κυκλοφορίας έχει απορριφθεί, ανακληθεί ή ανασταλεί, έχει η παροχή των οποίων έχει απαγορευθεί ή που έχουν αποσυρθεί από την αγορά.».

27. Στο άρθρο 126α, οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2. Όταν ένα κράτος μέλος κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας, λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι πληρούνται οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας, ιδίως αυτές που αναφέρονται στους τίτλους V, VI, VIII, IX και XI. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι το άρθρο 63 (1) και (2) δεν εφαρμόζονται στα φάρμακα που έχουν εγκριθεί δυνάμει της παραγράφου 1.

3. Πριν από τη χορήγηση τέτοιας άδειας κυκλοφορίας, ένα κράτος μέλος:

(Α) κοινοποιεί στον κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας, εντός του κράτους μέλους στο οποίο το συγκεκριμένο φάρμακο έχει εγκριθεί, από την πρόταση να δοθεί άδεια κυκλοφορίας δυνάμει του παρόντος άρθρου σε σχέση με το συγκεκριμένο φάρμακο.

(Β) μπορεί να ζητήσει από την αρμόδια αρχή στο εν λόγω κράτος μέλος να υποβάλει αντίγραφα της έκθεσης αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 21 (4) και της άδειας κυκλοφορίας που ισχύει σε σχέση με το συγκεκριμένο φάρμακο. Εφόσον ζητηθεί, η αρμόδια αρχή στο εν λόγω κράτος μέλος παρέχει, εντός 30 ημερών από την παραλαβή της αίτησης, αντίγραφο της έκθεσης αξιολόγησης και της άδειας κυκλοφορίας σε σχέση με το συγκεκριμένο φάρμακο. ».

28. Το άρθρο 127α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 127α

Όταν ένα φάρμακο πρόκειται να εγκριθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 726/2004, και η Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση κατά τη γνώμη της, αναφέρονται οι συνιστώμενοι όροι ή περιορισμοί που προβλέπονται στα σημεία (γ), (γ) , (γβ) ή (γγ) του άρθρου 9 (4) αυτής, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα άρθρα 33 και 34 της παρούσας οδηγίας, για την εφαρμογή των εν λόγω όρων ή περιορισμών. «.

Άρθρο 2

Μεταβατικές διατάξεις

1. Όσον αφορά την υποχρέωση εκ μέρους του κατόχου της άδειας κυκλοφορίας να τηρεί και να καθιστά διαθέσιμο, κατόπιν αιτήματος φάκελο του συστήματος φαρμακοεπαγρύπνησης όσον αφορά ένα ή περισσότερα φαρμακευτικά προϊόντα που προβλέπονται στο άρθρο 104 (3) (β) της οδηγίας 2001/83 / ΕΚ, όπως τροποποιείται από την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η υποχρέωση αυτή ισχύει για άδειες κυκλοφορίας που χορηγούνται πριν από 21 του Ιούλη 2011, από είτε:

την ημερομηνία α) κατά την οποία οι εν λόγω άδειες κυκλοφορίας ανανεώνονται? ή

β) από τη λήξη της περιόδου των 3 ετών, αρχής γενομένης από τις 21 Ιουλίου 2011,

ανάλογα με το ποια είναι προγενέστερη.

2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 107m έως 107ιζ της οδηγίας 2001/83/ΕΚ όπως τροποποιείται από την παρούσα οδηγία ισχύει μόνο για τις μελέτες που έχουν αρχίσει μετά τις 21 Ιουλίου 2011.

3. Όσον αφορά την υποχρέωση εκ μέρους του κατόχου της άδειας κυκλοφορίας να υποβάλει πληροφορίες για πιθανολογούμενες παρενέργειες ηλεκτρονικά στη βάση δεδομένων Eudravigilance, που προβλέπεται στο άρθρο 107 (3) της οδηγίας 2001/83/ΕΚ όπως τροποποιείται από την παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη εξασφαλίζει ότι η υποχρέωση αυτή ισχύει από τις 6 μήνες μετά οι λειτουργίες της βάσης δεδομένων που καταρτίζονται και έχουν ανακοινωθεί από τον Οργανισμό.

4. Έως ότου ο Οργανισμός μπορεί να εξασφαλίσει τις λειτουργίες της βάσης δεδομένων Eudravigilance, όπως ορίζεται στο άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1235/2010 [14] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, την άδεια κυκλοφορίας κάτοχοι έκθεση, εντός 15 ημερών από την ημέρα κατά την οποία ο οικείος κάτοχος λαμβάνει γνώση του γεγονότος, όλες τις σοβαρές εικαζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζονται στην Ένωση, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στην επικράτεια του οποίου σημειώθηκε το συμβάν και υποβάλλει όλα τα σοβαρές εικαζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζονται στην επικράτεια μιας τρίτης χώρας στον Οργανισμό και, εάν ζητηθεί, στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί.

5. Έως ότου ο Οργανισμός μπορεί να εξασφαλίσει τις λειτουργίες της βάσης δεδομένων Eudravigilance, όπως ορίζεται στο άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 726/2004, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1235/2010, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους μπορούν να απαιτήσουν από τους κατόχους άδειας κυκλοφορίας να συντάξει έκθεση, όλες τις μη σοβαρές εικαζόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζονται στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους, εντός 90 ημερών από την ημέρα κατά την οποία ο κάτοχος της άδειας κυκλοφορίας λαμβάνει γνώση του γεγονότος.

6. Κατά την περίοδο αυτή, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4 οι οποίες σχετίζονται με γεγονότα που συνέβησαν στο έδαφός τους να τίθενται ταχέως στη διάθεση της βάσης δεδομένων Eudravigilance και σε κάθε περίπτωση εντός 15 ημερών από την κοινοποίηση των πιθανολογούμενων σοβαρών ανεπιθύμητων αντιδράσεων.

7. Όσον αφορά την υποχρέωση εκ μέρους του κατόχου της άδειας κυκλοφορίας να υποβάλει περιοδικές εκθέσεις για την ασφάλεια στον Οργανισμό, όπως προβλέπεται στο άρθρο 107β (1) της οδηγίας 2001/83/ΕΚ όπως τροποποιείται από την παρούσα οδηγία, οι αρμόδιες εθνικές αρχές εξασφαλίζουν ότι η υποχρέωση αυτή ισχύει από 12 μήνες μετά τις λειτουργίες του αποθετηρίου έχουν συσταθεί και έχουν ανακοινωθεί από τον Οργανισμό.

Έως ότου ο Οργανισμός μπορεί να εξασφαλίσει τις λειτουργίες που συμφωνήθηκε για το αποθετήριο των επικαιροποιημένων περιοδικών εκθέσεων για την ασφάλεια, οι κάτοχοι αδειών κυκλοφορίας υποβάλλουν τις περιοδικές εκθέσεις για την ασφάλεια σε όλα τα κράτη μέλη στα οποία το φαρμακευτικό προϊόν έχει εγκριθεί.

Άρθρο 3

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, έως τις 21 Ιουλίου 2012 το αργότερο, τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των διατάξεων αυτών.

Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από τις 21 Ιουλίου 2012.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις ανωτέρω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Τα κράτη μέλη καθορίζουν την αναφορά αυτή πρέπει να γίνουν.

2. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 4

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την 20ή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 5

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

 

Έγινε στο Στρασβούργο, 15 Δεκεμβρίου 2010.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. Buzek

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

O. Chastel

[1] ΕΕ C 306 της 16.12.2009, σ. 28.

[2] ΕΕ C 79, 27.3.2010, σ. 50.

[3] ΕΕ C 229, 23.9.2009, σ. 19.

[4] Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2010 [δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα] και απόφαση του Συμβουλίου της 29ης Νοεμβρίου 2010.

[5] ΕΕ L 311 της 28.11.2001, σ. 67.

[6] ΕΕ L 136, 30.4.2004, σ. 1.

[7] ΕΕ L 121, 1.5.2001, σ. 34.

[8] ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31.

[9] ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1.

[10] ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 30.

[11] ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

[12] ΕΕ C 321 της 31.12.2003, σ. 1.

[] ΕΕ L 262 της 14.10.2003, σ. 22. «.

[14] Βλέπε σελίδα 1 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.